αναζητώ conjugation in Greek
"αναζητώ" is a common greek verb meaning "to search for". Below are its conjugations across major tenses.
αναζητώ
to search for
Ενεστώτας
εγώεγώ αναζητώ
εσύεσύ αναζητάς
αυτός/αυτήαυτός αναζητά
εμείςεμείς αναζητούμε
εσείςεσείς αναζητάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί αναζητούν
Παρατατικός
εγώεγώ αναζητούσα
εσύεσύ αναζητούσες
αυτός/αυτήαυτός αναζητούσε
εμείςεμείς αναζητούσαμε
εσείςεσείς αναζητούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί αναζητούσαν
Αόριστος
εγώεγώ αναζήτησα
εσύεσύ αναζήτησες
αυτός/αυτήαυτός αναζήτησε
εμείςεμείς αναζητήσαμε
εσείςεσείς αναζητήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί αναζήτησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα αναζητώ
εσύεσύ θα αναζητάς
αυτός/αυτήαυτός θα αναζητά
εμείςεμείς θα αναζητούμε
εσείςεσείς θα αναζητάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αναζητούν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα αναζητήσω
εσύεσύ θα αναζητήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα αναζητήσει
εμείςεμείς θα αναζητήσουμε
εσείςεσείς θα αναζητήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αναζητήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να αναζητώ
εσύεσύ να αναζητάς
αυτός/αυτήαυτός να αναζητά
εμείςεμείς να αναζητούμε
εσείςεσείς να αναζητάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αναζητούν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να αναζητήσω
εσύεσύ να αναζητήσεις
αυτός/αυτήαυτός να αναζητήσει
εμείςεμείς να αναζητήσουμε
εσείςεσείς να αναζητήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αναζητήσουν
Usages & examples
αναζητώ κάτι/κάποιονΑναζητώ το πορτοφόλι μου εδώ και μια ώρα.I’ve been looking for my wallet for an hour.
αναζητώ πληροφορίες για + αιτιατικήΑναζητώ πληροφορίες για φθηνές πτήσεις.I’m searching for information on cheap flights.
αναζητώ δουλειά/ευκαιρίαΟ Γιώργος αναζητά δουλειά στον τομέα της πληροφορικής.George is looking for a job in the IT field.
αναζητείται + ουσιαστικόΟδηγός αναζητείται για άμεση πρόσληψη.Driver wanted for immediate hire.