ανοίγω conjugation in Greek

"ανοίγω" is a common greek verb meaning "to open". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
ανοίγω

to open

Ενεστώτας

εγώεγώ ανοίγω
εσύεσύ ανοίγεις
αυτός/αυτήαυτός ανοίγει
εμείςεμείς ανοίγουμε
εσείςεσείς ανοίγετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ανοίγουν

Παρατατικός

εγώεγώ άνοιγα
εσύεσύ άνοιγες
αυτός/αυτήαυτός άνοιγε
εμείςεμείς ανοίγαμε
εσείςεσείς ανοίγατε
αυτοί/αυτέςαυτοί άνοιγαν

Αόριστος

εγώεγώ άνοιξα
εσύεσύ άνοιξες
αυτός/αυτήαυτός άνοιξε
εμείςεμείς ανοίξαμε
εσείςεσείς ανοίξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί άνοιξαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα ανοίγω
εσύεσύ θα ανοίγεις
αυτός/αυτήαυτός θα ανοίγει
εμείςεμείς θα ανοίγουμε
εσείςεσείς θα ανοίγετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ανοίγουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα ανοίξω
εσύεσύ θα ανοίξεις
αυτός/αυτήαυτός θα ανοίξει
εμείςεμείς θα ανοίξουμε
εσείςεσείς θα ανοίξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ανοίξουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να ανοίγω
εσύεσύ να ανοίγεις
αυτός/αυτήαυτός να ανοίγει
εμείςεμείς να ανοίγουμε
εσείςεσείς να ανοίγετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ανοίγουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να ανοίξω
εσύεσύ να ανοίξεις
αυτός/αυτήαυτός να ανοίξει
εμείςεμείς να ανοίξουμε
εσείςεσείς να ανοίξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ανοίξουν

Usages & examples

ανοίγω κάτι (πόρτα, παράθυρο)Μπορείς να ανοίξεις την πόρτα, σε παρακαλώ;Can you open the door, please?
ανοίγω το φως/συσκευήΆνοιξε την τηλεόραση να δούμε την ταινία.Turn on the TV so we can watch the movie.
κατάστημα ανοίγειΤο γραφείο ανοίγει στις εννιά κάθε μέρα.The office opens at nine every day.
ανοίγω ένα θέμαΑς μην ανοίξουμε αυτό το θέμα τώρα.Let's not bring up that topic now.