απαιτώ conjugation in Greek
"απαιτώ" is a common greek verb meaning "demand". Below are its conjugations across major tenses.
απαιτώ
demand
Ενεστώτας
εγώεγώ απαιτώ
εσύεσύ απαιτείς
αυτός/αυτήαυτός απαιτεί
εμείςεμείς απαιτούμε
εσείςεσείς απαιτείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί απαιτούν
Παρατατικός
εγώεγώ απαιτούσα
εσύεσύ απαιτούσες
αυτός/αυτήαυτός απαιτούσε
εμείςεμείς απαιτούσαμε
εσείςεσείς απαιτούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί απαιτούσαν
Αόριστος
εγώεγώ απαίτησα
εσύεσύ απαίτησες
αυτός/αυτήαυτός απαίτησε
εμείςεμείς απαιτήσαμε
εσείςεσείς απαιτήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί απαίτησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα απαιτώ
εσύεσύ θα απαιτείς
αυτός/αυτήαυτός θα απαιτεί
εμείςεμείς θα απαιτούμε
εσείςεσείς θα απαιτείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα απαιτούν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα απαιτήσω
εσύεσύ θα απαιτήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα απαιτήσει
εμείςεμείς θα απαιτήσουμε
εσείςεσείς θα απαιτήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα απαιτήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να απαιτώ
εσύεσύ να απαιτείς
αυτός/αυτήαυτός να απαιτεί
εμείςεμείς να απαιτούμε
εσείςεσείς να απαιτείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να απαιτούν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να απαιτήσω
εσύεσύ να απαιτήσεις
αυτός/αυτήαυτός να απαιτήσει
εμείςεμείς να απαιτήσουμε
εσείςεσείς να απαιτήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να απαιτήσουν
Usages & examples
απαιτώ + αντικείμενοΑπαιτώ εξηγήσεις τώρα.I demand explanations now.
απαιτώ να + υποτακτικήΑπαιτώ να φύγεις αμέσως.I demand that you leave immediately.
X απαιτεί YΗ νέα θέση απαιτεί εμπειρία.The new position requires experience.
απαιτείται YΓια την αίτηση απαιτείται ταυτότητα.An ID is required for the application.