αποφεύγω conjugation in Greek

"αποφεύγω" is a common greek verb meaning "to avoid". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
αποφεύγω

to avoid

Ενεστώτας

εγώεγώ αποφεύγω
εσύεσύ αποφεύγεις
αυτός/αυτήαυτός αποφεύγει
εμείςεμείς αποφεύγουμε
εσείςεσείς αποφεύγετε
αυτοί/αυτέςαυτοί αποφεύγουν

Παρατατικός

εγώεγώ απέφευγα
εσύεσύ απέφευγες
αυτός/αυτήαυτός απέφευγε
εμείςεμείς αποφεύγαμε
εσείςεσείς αποφεύγατε
αυτοί/αυτέςαυτοί απέφευγαν

Αόριστος

εγώεγώ απέφυγα
εσύεσύ απέφυγες
αυτός/αυτήαυτός απέφυγε
εμείςεμείς αποφύγαμε
εσείςεσείς αποφύγατε
αυτοί/αυτέςαυτοί απέφυγαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα αποφεύγω
εσύεσύ θα αποφεύγεις
αυτός/αυτήαυτός θα αποφεύγει
εμείςεμείς θα αποφεύγουμε
εσείςεσείς θα αποφεύγετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αποφεύγουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα αποφύγω
εσύεσύ θα αποφύγεις
αυτός/αυτήαυτός θα αποφύγει
εμείςεμείς θα αποφύγουμε
εσείςεσείς θα αποφύγετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αποφύγουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να αποφεύγω
εσύεσύ να αποφεύγεις
αυτός/αυτήαυτός να αποφεύγει
εμείςεμείς να αποφεύγουμε
εσείςεσείς να αποφεύγετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αποφεύγουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να αποφύγω
εσύεσύ να αποφύγεις
αυτός/αυτήαυτός να αποφύγει
εμείςεμείς να αποφύγουμε
εσείςεσείς να αποφύγετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αποφύγουν

Usages & examples

αποφεύγω + αντικείμενοΠροσπαθώ να αποφεύγω τη ζάχαρη.I try to avoid sugar.
αποφεύγω + να + ρήμαΑποφεύγω να οδηγώ τη νύχτα.I avoid driving at night.
απέφυγα / να το αποφύγωΕυτυχώς απέφυγα το πρόστιμο.Luckily, I avoided the fine.
αποφεύγω + κάποιονΤον αποφεύγω γιατί δεν θέλω καυγάδες.I avoid him because I don't want arguments.