βελτιώνω conjugation in Greek

"βελτιώνω" is a common greek verb meaning "to improve". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
βελτιώνω

to improve

Ενεστώτας

εγώεγώ βελτιώνω
εσύεσύ βελτιώνεις
αυτός/αυτήαυτός βελτιώνει
εμείςεμείς βελτιώνουμε
εσείςεσείς βελτιώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί βελτιώνουν

Παρατατικός

εγώεγώ βελτίωνα
εσύεσύ βελτίωνες
αυτός/αυτήαυτός βελτίωνε
εμείςεμείς βελτιώναμε
εσείςεσείς βελτιώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί βελτίωναν

Αόριστος

εγώεγώ βελτίωσα
εσύεσύ βελτίωσες
αυτός/αυτήαυτός βελτίωσε
εμείςεμείς βελτιώσαμε
εσείςεσείς βελτιώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί βελτίωσαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα βελτιώνω
εσύεσύ θα βελτιώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα βελτιώνει
εμείςεμείς θα βελτιώνουμε
εσείςεσείς θα βελτιώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα βελτιώνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα βελτιώσω
εσύεσύ θα βελτιώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα βελτιώσει
εμείςεμείς θα βελτιώσουμε
εσείςεσείς θα βελτιώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα βελτιώσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να βελτιώνω
εσύεσύ να βελτιώνεις
αυτός/αυτήαυτός να βελτιώνει
εμείςεμείς να βελτιώνουμε
εσείςεσείς να βελτιώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να βελτιώνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να βελτιώσω
εσύεσύ να βελτιώσεις
αυτός/αυτήαυτός να βελτιώσει
εμείςεμείς να βελτιώσουμε
εσείςεσείς να βελτιώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να βελτιώσουν

Usages & examples

βελτιώνω κάτιΒελτιώνω τα ελληνικά μου κάθε μέρα με εξάσκηση.I improve my Greek every day with practice.
βελτιώνομαιΗ υγεία του βελτιώνεται μέρα με τη μέρα.His health is getting better day by day.
βελτιώνω κάποιον σε + τομέαΗ δασκάλα βελτιώνει τους μαθητές της στην προφορά.The teacher improves her students' pronunciation.