βουτάω conjugation in Greek
"βουτάω" is a common greek verb meaning "to dive; to dip". Below are its conjugations across major tenses.
βουτάω
to dive; to dip
Ενεστώτας
εγώεγώ βουτάω
εσύεσύ βουτάς
αυτός/αυτήαυτός βουτάει
εμείςεμείς βουτάμε
εσείςεσείς βουτάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί βουτάνε
Παρατατικός
εγώεγώ βουτούσα
εσύεσύ βουτούσες
αυτός/αυτήαυτός βουτούσε
εμείςεμείς βουτούσαμε
εσείςεσείς βουτούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί βουτούσαν
Αόριστος
εγώεγώ βούτηξα
εσύεσύ βούτηξες
αυτός/αυτήαυτός βούτηξε
εμείςεμείς βουτήξαμε
εσείςεσείς βουτήξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί βούτηξαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα βουτάω
εσύεσύ θα βουτάς
αυτός/αυτήαυτός θα βουτάει
εμείςεμείς θα βουτάμε
εσείςεσείς θα βουτάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα βουτάνε
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα βουτήξω
εσύεσύ θα βουτήξεις
αυτός/αυτήαυτός θα βουτήξει
εμείςεμείς θα βουτήξουμε
εσείςεσείς θα βουτήξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα βουτήξουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να βουτάω
εσύεσύ να βουτάς
αυτός/αυτήαυτός να βουτάει
εμείςεμείς να βουτάμε
εσείςεσείς να βουτάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να βουτάνε
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να βουτήξω
εσύεσύ να βουτήξεις
αυτός/αυτήαυτός να βουτήξει
εμείςεμείς να βουτήξουμε
εσείςεσείς να βουτήξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να βουτήξουν
Usages & examples
βουτάω στο νερόΜόλις φτάσαμε στην παραλία, βούτηξα στο νερό.As soon as we got to the beach, I dove into the water.
βουτάω κάτι σε ...Μου αρέσει να βουτάω το κουλουράκι μου στον καφέ.I like to dip my cookie in my coffee.
βουτάω κάτι (κλέβω)Κάποιος βούτηξε το πορτοφόλι μου στο λεωφορείο.Someone swiped my wallet on the bus.
βουτάει η τιμή/θερμοκρασίαΜέσα σε μία εβδομάδα, η θερμοκρασία βούτηξε δέκα βαθμούς.Within a week, the temperature dropped ten degrees.