δένω conjugation in Greek
"δένω" is a common greek verb meaning "to tie". Below are its conjugations across major tenses.
δένω
to tie
Ενεστώτας
εγώεγώ δένω
εσύεσύ δένεις
αυτός/αυτήαυτός δένει
εμείςεμείς δένουμε
εσείςεσείς δένετε
αυτοί/αυτέςαυτοί δένουν
Παρατατικός
εγώεγώ έδενα
εσύεσύ έδενες
αυτός/αυτήαυτός έδενε
εμείςεμείς δέναμε
εσείςεσείς δένατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έδεναν
Αόριστος
εγώεγώ έδεσα
εσύεσύ έδεσες
αυτός/αυτήαυτός έδεσε
εμείςεμείς δέσαμε
εσείςεσείς δέσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έδεσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα δένω
εσύεσύ θα δένεις
αυτός/αυτήαυτός θα δένει
εμείςεμείς θα δένουμε
εσείςεσείς θα δένετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα δένουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα δέσω
εσύεσύ θα δέσεις
αυτός/αυτήαυτός θα δέσει
εμείςεμείς θα δέσουμε
εσείςεσείς θα δέσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα δέσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να δένω
εσύεσύ να δένεις
αυτός/αυτήαυτός να δένει
εμείςεμείς να δένουμε
εσείςεσείς να δένετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να δένουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να δέσω
εσύεσύ να δέσεις
αυτός/αυτήαυτός να δέσει
εμείςεμείς να δέσουμε
εσείςεσείς να δέσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να δέσουν
Usages & examples
δένω κάτιΈδεσα την τσάντα στη σχάρα.I tied the bag to the rack.
το καράβι δένειΤο καράβι δένει στο λιμάνι στις επτά.The ship docks at the port at seven.
δένω με κάποιονΑπό την πρώτη μέρα, οι δυο τους έδεσαν.From the first day, the two of them hit it off.
η σάλτσα δένειΆσε τη σάλτσα να δέσει λίγο.Let the sauce thicken a little.