διευθετώ conjugation in Greek
"διευθετώ" is a common greek verb meaning "arrange". Below are its conjugations across major tenses.
διευθετώ
arrange
Ενεστώτας
εγώεγώ διευθετώ
εσύεσύ διευθετείς
αυτός/αυτήαυτός διευθετεί
εμείςεμείς διευθετούμε
εσείςεσείς διευθετείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί διευθετούν
Παρατατικός
εγώεγώ διευθετούσα
εσύεσύ διευθετούσες
αυτός/αυτήαυτός διευθετούσε
εμείςεμείς διευθετούσαμε
εσείςεσείς διευθετούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί διευθετούσαν
Αόριστος
εγώεγώ διευθέτησα
εσύεσύ διευθέτησες
αυτός/αυτήαυτός διευθέτησε
εμείςεμείς διευθετήσαμε
εσείςεσείς διευθετήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί διευθέτησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα διευθετώ
εσύεσύ θα διευθετείς
αυτός/αυτήαυτός θα διευθετεί
εμείςεμείς θα διευθετούμε
εσείςεσείς θα διευθετείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα διευθετούν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα διευθετήσω
εσύεσύ θα διευθετήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα διευθετήσει
εμείςεμείς θα διευθετήσουμε
εσείςεσείς θα διευθετήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα διευθετήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να διευθετώ
εσύεσύ να διευθετείς
αυτός/αυτήαυτός να διευθετεί
εμείςεμείς να διευθετούμε
εσείςεσείς να διευθετείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να διευθετούν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να διευθετήσω
εσύεσύ να διευθετήσεις
αυτός/αυτήαυτός να διευθετήσει
εμείςεμείς να διευθετήσουμε
εσείςεσείς να διευθετήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να διευθετήσουν
Usages & examples
διευθετώ + ουσιαστικόΚάθε μήνα διευθετώ τους λογαριασμούς μου online.Every month I settle my bills online.
διευθετώ μια διαφορά/πρόβλημαΟι δύο εταιρείες διευθετούν τη διαφορά τους εξωδικαστικά.The two companies are settling their dispute out of court.
διευθετώ με κάποιονΘα το διευθετήσω με τον μάνατζερ μόλις μιλήσω μαζί του.I'll sort it out with the manager as soon as I talk to him.
το έχω διευθετήσειΔεν χρειάζεται να ανησυχείς, το έχω διευθετήσει.You don't need to worry, I've already taken care of it.