εγκαθιστώ conjugation in Greek
"εγκαθιστώ" is a common greek verb meaning "install". Below are its conjugations across major tenses.
εγκαθιστώ
install
Ενεστώτας
εγώεγώ εγκαθιστώ
εσύεσύ εγκαθιστάς
αυτός/αυτήαυτός εγκαθιστά
εμείςεμείς εγκαθιστούμε
εσείςεσείς εγκαθιστάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί εγκαθιστούν
Παρατατικός
εγώεγώ εγκαθιστούσα
εσύεσύ εγκαθιστούσες
αυτός/αυτήαυτός εγκαθιστούσε
εμείςεμείς εγκαθιστούσαμε
εσείςεσείς εγκαθιστούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί εγκαθιστούσαν
Αόριστος
εγώεγώ εγκατέστησα
εσύεσύ εγκατέστησες
αυτός/αυτήαυτός εγκατέστησε
εμείςεμείς εγκαταστήσαμε
εσείςεσείς εγκαταστήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί εγκατέστησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα εγκαθιστώ
εσύεσύ θα εγκαθιστάς
αυτός/αυτήαυτός θα εγκαθιστά
εμείςεμείς θα εγκαθιστούμε
εσείςεσείς θα εγκαθιστάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα εγκαθιστούν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα εγκαταστήσω
εσύεσύ θα εγκαταστήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα εγκαταστήσει
εμείςεμείς θα εγκαταστήσουμε
εσείςεσείς θα εγκαταστήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα εγκαταστήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να εγκαθιστώ
εσύεσύ να εγκαθιστάς
αυτός/αυτήαυτός να εγκαθιστά
εμείςεμείς να εγκαθιστούμε
εσείςεσείς να εγκαθιστάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να εγκαθιστούν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να εγκαταστήσω
εσύεσύ να εγκαταστήσεις
αυτός/αυτήαυτός να εγκαταστήσει
εμείςεμείς να εγκαταστήσουμε
εσείςεσείς να εγκαταστήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να εγκαταστήσουν
Usages & examples
εγκαθιστώ πρόγραμμαΕγκαθιστώ το νέο πρόγραμμα στο λάπτοπ μου.I'm installing the new program on my laptop.
εγκαθιστώ συσκευήΟ τεχνικός εγκατέστησε τον καινούριο θερμοσίφωνα χτες.The technician installed the new water heater yesterday.
εγκαθιστώ νέους κανόνεςΗ διεύθυνση εγκαθιστά αυστηρότερους κανόνες ασφάλειας.Management is establishing stricter safety rules.
εγκαθίσταται αυτόματαΤο παιχνίδι εγκαθίσταται αυτόματα μόλις το κατεβάσεις.The game installs automatically once you download it.