ειδοποιώ conjugation in Greek
"ειδοποιώ" is a common greek verb meaning "notify". Below are its conjugations across major tenses.
ειδοποιώ
notify
Ενεστώτας
εγώεγώ ειδοποιώ
εσύεσύ ειδοποιείς
αυτός/αυτήαυτός ειδοποιεί
εμείςεμείς ειδοποιούμε
εσείςεσείς ειδοποιείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί ειδοποιούν
Παρατατικός
εγώεγώ ειδοποιούσα
εσύεσύ ειδοποιούσες
αυτός/αυτήαυτός ειδοποιούσε
εμείςεμείς ειδοποιούσαμε
εσείςεσείς ειδοποιούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ειδοποιούσαν
Αόριστος
εγώεγώ ειδοποίησα
εσύεσύ ειδοποίησες
αυτός/αυτήαυτός ειδοποίησε
εμείςεμείς ειδοποιήσαμε
εσείςεσείς ειδοποιήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ειδοποίησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ειδοποιώ
εσύεσύ θα ειδοποιείς
αυτός/αυτήαυτός θα ειδοποιεί
εμείςεμείς θα ειδοποιούμε
εσείςεσείς θα ειδοποιείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ειδοποιούν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ειδοποιήσω
εσύεσύ θα ειδοποιήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ειδοποιήσει
εμείςεμείς θα ειδοποιήσουμε
εσείςεσείς θα ειδοποιήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ειδοποιήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ειδοποιώ
εσύεσύ να ειδοποιείς
αυτός/αυτήαυτός να ειδοποιεί
εμείςεμείς να ειδοποιούμε
εσείςεσείς να ειδοποιείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ειδοποιούν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ειδοποιήσω
εσύεσύ να ειδοποιήσεις
αυτός/αυτήαυτός να ειδοποιήσει
εμείςεμείς να ειδοποιήσουμε
εσείςεσείς να ειδοποιήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ειδοποιήσουν
Usages & examples
ειδοποιώ κάποιονΕιδοποίησα τον Γιάννη νωρίς το πρωί.I notified Giannis early in the morning.
ειδοποιώ κάποιον για κάτιΜπορείς να με ειδοποιήσεις για το αποτέλεσμα;Can you let me know about the result?
θα σε ειδοποιήσω μόλις...Θα σε ειδοποιήσω μόλις τελειώσω τη δουλειά.I'll let you know as soon as I finish work.
πρέπει να ειδοποιήσουμε...Πρέπει να ειδοποιήσουμε την αστυνομία αμέσως.We must notify the police immediately.