επιλέγω conjugation in Greek
"επιλέγω" is a common greek verb meaning "to choose". Below are its conjugations across major tenses.
επιλέγω
to choose
Ενεστώτας
εγώεγώ επιλέγω
εσύεσύ επιλέγεις
αυτός/αυτήαυτός επιλέγει
εμείςεμείς επιλέγουμε
εσείςεσείς επιλέγετε
αυτοί/αυτέςαυτοί επιλέγουν
Παρατατικός
εγώεγώ επέλεγα
εσύεσύ επέλεγες
αυτός/αυτήαυτός επέλεγε
εμείςεμείς επιλέγαμε
εσείςεσείς επιλέγατε
αυτοί/αυτέςαυτοί επέλεγαν
Αόριστος
εγώεγώ επέλεξα
εσύεσύ επέλεξες
αυτός/αυτήαυτός επέλεξε
εμείςεμείς επιλέξαμε
εσείςεσείς επιλέξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί επέλεξαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα επιλέγω
εσύεσύ θα επιλέγεις
αυτός/αυτήαυτός θα επιλέγει
εμείςεμείς θα επιλέγουμε
εσείςεσείς θα επιλέγετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα επιλέγουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα επιλέξω
εσύεσύ θα επιλέξεις
αυτός/αυτήαυτός θα επιλέξει
εμείςεμείς θα επιλέξουμε
εσείςεσείς θα επιλέξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα επιλέξουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να επιλέγω
εσύεσύ να επιλέγεις
αυτός/αυτήαυτός να επιλέγει
εμείςεμείς να επιλέγουμε
εσείςεσείς να επιλέγετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να επιλέγουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να επιλέξω
εσύεσύ να επιλέξεις
αυτός/αυτήαυτός να επιλέξει
εμείςεμείς να επιλέξουμε
εσείςεσείς να επιλέξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να επιλέξουν
Usages & examples
επιλέγω + αντικείμενοΕπιλέγω πάντα φρέσκα φρούτα στο μάρκετ.I always choose fresh fruit at the market.
επιλέγω να + ρήμαΕπέλεξα να αλλάξω δουλειά φέτος.I chose to change jobs this year.
επιλέγω ανάμεσα σε + ουσιαστικάΔεν μπορώ να επιλέξω ανάμεσα σε πίτσα και σουβλάκι.I can’t choose between pizza and souvlaki.
παθητική φωνή: επιλέχτηκα/επιλέγεταιΗ Μαρία επιλέχτηκε για την υποτροφία.Maria was selected for the scholarship.