ηρεμώ conjugation in Greek
"ηρεμώ" is a common greek verb meaning "to calm down". Below are its conjugations across major tenses.
ηρεμώ
to calm down
Ενεστώτας
εγώεγώ ηρεμώ
εσύεσύ ηρεμείς
αυτός/αυτήαυτός ηρεμεί
εμείςεμείς ηρεμούμε
εσείςεσείς ηρεμείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί ηρεμούν
Παρατατικός
εγώεγώ ηρεμούσα
εσύεσύ ηρεμούσες
αυτός/αυτήαυτός ηρεμούσε
εμείςεμείς ηρεμούσαμε
εσείςεσείς ηρεμούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ηρεμούσαν
Αόριστος
εγώεγώ ηρέμησα
εσύεσύ ηρέμησες
αυτός/αυτήαυτός ηρέμησε
εμείςεμείς ηρεμήσαμε
εσείςεσείς ηρεμήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ηρέμησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ηρεμώ
εσύεσύ θα ηρεμείς
αυτός/αυτήαυτός θα ηρεμεί
εμείςεμείς θα ηρεμούμε
εσείςεσείς θα ηρεμείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ηρεμούν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ηρεμήσω
εσύεσύ θα ηρεμήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ηρεμήσει
εμείςεμείς θα ηρεμήσουμε
εσείςεσείς θα ηρεμήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ηρεμήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ηρεμώ
εσύεσύ να ηρεμείς
αυτός/αυτήαυτός να ηρεμεί
εμείςεμείς να ηρεμούμε
εσείςεσείς να ηρεμείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ηρεμούν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ηρεμήσω
εσύεσύ να ηρεμήσεις
αυτός/αυτήαυτός να ηρεμήσει
εμείςεμείς να ηρεμήσουμε
εσείςεσείς να ηρεμήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ηρεμήσουν
Usages & examples
Πρόσωπο ηρεμείΜετά τη δουλειά, κάθομαι στο μπαλκόνι και ηρεμώ.After work, I sit on the balcony and relax.
ηρεμώ κάποιονΤον ηρεμώ πάντα με λίγα αστεία.I always calm him down with a few jokes.
προστακτική «Ηρέμησε»Ηρέμησε λίγο και άκουσέ με.Calm down a bit and listen to me.
Κατάσταση ηρεμείΣιγά σιγά η κίνηση στον δρόμο ηρέμησε.Little by little, the traffic on the road calmed down.