ισιώνω conjugation in Greek

"ισιώνω" is a common greek verb meaning "straighten". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
ισιώνω

straighten

Ενεστώτας

εγώεγώ ισιώνω
εσύεσύ ισιώνεις
αυτός/αυτήαυτός ισιώνει
εμείςεμείς ισιώνουμε
εσείςεσείς ισιώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ισιώνουν

Παρατατικός

εγώεγώ ίσιωνα
εσύεσύ ίσιωνες
αυτός/αυτήαυτός ίσιωνε
εμείςεμείς ισιώναμε
εσείςεσείς ισιώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ίσιωναν

Αόριστος

εγώεγώ ίσιωσα
εσύεσύ ίσιωσες
αυτός/αυτήαυτός ίσιωσε
εμείςεμείς ισιώσαμε
εσείςεσείς ισιώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ίσιωσαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα ισιώνω
εσύεσύ θα ισιώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα ισιώνει
εμείςεμείς θα ισιώνουμε
εσείςεσείς θα ισιώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ισιώνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα ισιώσω
εσύεσύ θα ισιώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ισιώσει
εμείςεμείς θα ισιώσουμε
εσείςεσείς θα ισιώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ισιώσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να ισιώνω
εσύεσύ να ισιώνεις
αυτός/αυτήαυτός να ισιώνει
εμείςεμείς να ισιώνουμε
εσείςεσείς να ισιώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ισιώνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να ισιώσω
εσύεσύ να ισιώσεις
αυτός/αυτήαυτός να ισιώσει
εμείςεμείς να ισιώσουμε
εσείςεσείς να ισιώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ισιώσουν

Usages & examples

ισιώνω κάτιΙσιώνω το χαλί γιατί έκανε ζάρες.I’m straightening the rug because it had creases.
κάτι ισιώνειΆστο λίγο στον ήλιο και το πλαστικό θα ισιώσει.Leave it in the sun for a bit and the plastic will straighten.
ισιώνω τα μαλλιάΠριν βγω, ισιώνω τα μαλλιά μου με την πρέσα.Before I go out, I straighten my hair with the flat iron.
ισιώνω, συνέρχομαιΜε έναν καφέ θα ισιώσεις, μην ανησυχείς.A coffee will get you back on your feet, don’t worry.