κοστίζω conjugation in Greek
"κοστίζω" is a common greek verb meaning "to cost". Below are its conjugations across major tenses.
κοστίζω
to cost
Ενεστώτας
εγώεγώ κοστίζω
εσύεσύ κοστίζεις
αυτός/αυτήαυτός κοστίζει
εμείςεμείς κοστίζουμε
εσείςεσείς κοστίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί κοστίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ κόστιζα
εσύεσύ κόστιζες
αυτός/αυτήαυτός κόστιζε
εμείςεμείς κοστίζαμε
εσείςεσείς κοστίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κόστιζαν
Αόριστος
εγώεγώ κόστισα
εσύεσύ κόστισες
αυτός/αυτήαυτός κόστισε
εμείςεμείς κοστίσαμε
εσείςεσείς κοστίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κόστισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα κοστίζω
εσύεσύ θα κοστίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα κοστίζει
εμείςεμείς θα κοστίζουμε
εσείςεσείς θα κοστίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κοστίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα κοστίσω
εσύεσύ θα κοστίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα κοστίσει
εμείςεμείς θα κοστίσουμε
εσείςεσείς θα κοστίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κοστίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να κοστίζω
εσύεσύ να κοστίζεις
αυτός/αυτήαυτός να κοστίζει
εμείςεμείς να κοστίζουμε
εσείςεσείς να κοστίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κοστίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να κοστίσω
εσύεσύ να κοστίσεις
αυτός/αυτήαυτός να κοστίσει
εμείςεμείς να κοστίσουμε
εσείςεσείς να κοστίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κοστίσουν
Usages & examples
Χ κοστίζει + ποσόΤο βιβλίο κοστίζει δέκα ευρώ.The book costs ten euros.
Πόσο κοστίζει; (ερώτηση)Πόσο κοστίζει αυτό το σακάκι;How much does this jacket cost?
Μου/σου κοστίζει + να + ρήμαΜου κοστίζει να ξυπνάω τόσο νωρίς.It's hard for me to wake up so early.
Θα σου/μας κοστίσει + αποτέλεσμαΑν αργήσεις πάλι, θα σου κοστίσει τη δουλειά.If you're late again, it will cost you your job.