λιώνω conjugation in Greek
"λιώνω" is a common greek verb meaning "melt". Below are its conjugations across major tenses.
λιώνω
melt
Ενεστώτας
εγώεγώ λιώνω
εσύεσύ λιώνεις
αυτός/αυτήαυτός λιώνει
εμείςεμείς λιώνουμε
εσείςεσείς λιώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί λιώνουν
Παρατατικός
εγώεγώ έλιωνα
εσύεσύ έλιωνες
αυτός/αυτήαυτός έλιωνε
εμείςεμείς λιώναμε
εσείςεσείς λιώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έλιωναν
Αόριστος
εγώεγώ έλιωσα
εσύεσύ έλιωσες
αυτός/αυτήαυτός έλιωσε
εμείςεμείς λιώσαμε
εσείςεσείς λιώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έλιωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα λιώνω
εσύεσύ θα λιώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα λιώνει
εμείςεμείς θα λιώνουμε
εσείςεσείς θα λιώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα λιώνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα λιώσω
εσύεσύ θα λιώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα λιώσει
εμείςεμείς θα λιώσουμε
εσείςεσείς θα λιώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα λιώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να λιώνω
εσύεσύ να λιώνεις
αυτός/αυτήαυτός να λιώνει
εμείςεμείς να λιώνουμε
εσείςεσείς να λιώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να λιώνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να λιώσω
εσύεσύ να λιώσεις
αυτός/αυτήαυτός να λιώσει
εμείςεμείς να λιώσουμε
εσείςεσείς να λιώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να λιώσουν
Usages & examples
λιώνω + αντικείμενοΛιώνω σοκολάτα για το κέικ.I’m melting chocolate for the cake.
λιώνω από + αιτίαΛιώνω από τη ζέστη σήμερα.I’m melting from the heat today.
λιώνω για + πρόσωποΛιώνω για την Άννα, είναι υπέροχη.I’m crazy about Anna; she’s amazing.
λιώνω στη + δραστηριότηταΛιώσαμε στη δουλειά όλη μέρα.We worked ourselves to exhaustion all day.