μένω conjugation in Greek
"μένω" is a common greek verb meaning "to stay; to live". Below are its conjugations across major tenses.
μένω
to stay; to live
Ενεστώτας
εγώεγώ μένω
εσύεσύ μένεις
αυτός/αυτήαυτός μένει
εμείςεμείς μένουμε
εσείςεσείς μένετε
αυτοί/αυτέςαυτοί μένουν
Παρατατικός
εγώεγώ έμενα
εσύεσύ έμενες
αυτός/αυτήαυτός έμενε
εμείςεμείς μέναμε
εσείςεσείς μένατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έμεναν
Αόριστος
εγώεγώ έμεινα
εσύεσύ έμεινες
αυτός/αυτήαυτός έμεινε
εμείςεμείς μείναμε
εσείςεσείς μείνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έμειναν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα μένω
εσύεσύ θα μένεις
αυτός/αυτήαυτός θα μένει
εμείςεμείς θα μένουμε
εσείςεσείς θα μένετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μένουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα μείνω
εσύεσύ θα μείνεις
αυτός/αυτήαυτός θα μείνει
εμείςεμείς θα μείνουμε
εσείςεσείς θα μείνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μείνουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να μένω
εσύεσύ να μένεις
αυτός/αυτήαυτός να μένει
εμείςεμείς να μένουμε
εσείςεσείς να μένετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μένουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να μείνω
εσύεσύ να μείνεις
αυτός/αυτήαυτός να μείνει
εμείςεμείς να μείνουμε
εσείςεσείς να μείνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μείνουν
Usages & examples
μένω σε/στο + μέροςΜένω στο Παγκράτι.I live in Pangrati.
μένω σπίτιΣήμερα θα μείνω σπίτι, κάνει κρύο.Today I'm going to stay home, it's cold.
μένω για + διάρκειαΘα μείνουμε στη Θεσσαλονίκη για τρεις μέρες.We will stay in Thessaloniki for three days.
μου μένει/μένουν + ποσό/χρόνοςΜου μένουν μόνο δέκα λεπτά.I only have ten minutes left.