μειώνω conjugation in Greek
"μειώνω" is a common greek verb meaning "reduce". Below are its conjugations across major tenses.
μειώνω
reduce
Ενεστώτας
εγώεγώ μειώνω
εσύεσύ μειώνεις
αυτός/αυτήαυτός μειώνει
εμείςεμείς μειώνουμε
εσείςεσείς μειώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί μειώνουν
Παρατατικός
εγώεγώ μείωνα
εσύεσύ μείωνας
αυτός/αυτήαυτός μείωνε
εμείςεμείς μειώναμε
εσείςεσείς μειώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μείωναν
Αόριστος
εγώεγώ μείωσα
εσύεσύ μείωσες
αυτός/αυτήαυτός μείωσε
εμείςεμείς μειώσαμε
εσείςεσείς μειώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μείωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα μειώνω
εσύεσύ θα μειώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα μειώνει
εμείςεμείς θα μειώνουμε
εσείςεσείς θα μειώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μειώνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα μειώσω
εσύεσύ θα μειώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα μειώσει
εμείςεμείς θα μειώσουμε
εσείςεσείς θα μειώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μειώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να μειώνω
εσύεσύ να μειώνεις
αυτός/αυτήαυτός να μειώνει
εμείςεμείς να μειώνουμε
εσείςεσείς να μειώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μειώνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να μειώσω
εσύεσύ να μειώσεις
αυτός/αυτήαυτός να μειώσει
εμείςεμείς να μειώσουμε
εσείςεσείς να μειώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μειώσουν
Usages & examples
μειώνω κάτιΠροσπαθώ να μειώσω τα έξοδα του σπιτιού.I'm trying to cut the household expenses.
μειώνομαιΗ κίνηση στους δρόμους μειώθηκε μετά τις οκτώ.Traffic on the roads decreased after eight.
μειώνω κάτι κατά + αριθμόΜείωσαν τον ΦΠΑ κατά δύο μονάδες.They reduced VAT by two points.
μειώνω κάποιονΔεν χρειάζεται να με μειώνεις μπροστά στους άλλους.You don't need to belittle me in front of others.