μεταφέρω conjugation in Greek
"μεταφέρω" is a common greek verb meaning "to transport; to transfer". Below are its conjugations across major tenses.
μεταφέρω
to transport; to transfer
Ενεστώτας
εγώεγώ μεταφέρω
εσύεσύ μεταφέρεις
αυτός/αυτήαυτός μεταφέρει
εμείςεμείς μεταφέρουμε
εσείςεσείς μεταφέρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί μεταφέρουν
Παρατατικός
εγώεγώ μετέφερα
εσύεσύ μετέφερες
αυτός/αυτήαυτός μετέφερε
εμείςεμείς μεταφέραμε
εσείςεσείς μεταφέρατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μετέφεραν
Αόριστος
εγώεγώ μετέφερα
εσύεσύ μετέφερες
αυτός/αυτήαυτός μετέφερε
εμείςεμείς μεταφέραμε
εσείςεσείς μεταφέρατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μετέφεραν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα μεταφέρω
εσύεσύ θα μεταφέρεις
αυτός/αυτήαυτός θα μεταφέρει
εμείςεμείς θα μεταφέρουμε
εσείςεσείς θα μεταφέρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μεταφέρουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα μεταφέρω
εσύεσύ θα μεταφέρεις
αυτός/αυτήαυτός θα μεταφέρει
εμείςεμείς θα μεταφέρουμε
εσείςεσείς θα μεταφέρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μεταφέρουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να μεταφέρω
εσύεσύ να μεταφέρεις
αυτός/αυτήαυτός να μεταφέρει
εμείςεμείς να μεταφέρουμε
εσείςεσείς να μεταφέρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μεταφέρουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να μεταφέρω
εσύεσύ να μεταφέρεις
αυτός/αυτήαυτός να μεταφέρει
εμείςεμείς να μεταφέρουμε
εσείςεσείς να μεταφέρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μεταφέρουν
Usages & examples
μεταφέρω κάτι κάπουΜπορείς να μεταφέρεις τις καρέκλες στο μπαλκόνι;Can you move the chairs to the balcony?
μεταφέρω μήνυμα σε κάποιονΘα του μεταφέρω ό,τι είπες.I'll pass on what you said to him.
μεταφέρω χρήματαΜετέφερα τα χρήματα στον λογαριασμό σου χτες.I transferred the money to your account yesterday.
κάτι με μεταφέρει σε...Αυτό το τραγούδι με μεταφέρει στα παιδικά μου χρόνια.This song takes me back to my childhood.