πλένω conjugation in Greek
"πλένω" is a common greek verb meaning "to wash". Below are its conjugations across major tenses.
πλένω
to wash
Ενεστώτας
εγώεγώ πλένω
εσύεσύ πλένεις
αυτός/αυτήαυτός πλένει
εμείςεμείς πλένουμε
εσείςεσείς πλένετε
αυτοί/αυτέςαυτοί πλένουν
Παρατατικός
εγώεγώ έπλενα
εσύεσύ έπλενες
αυτός/αυτήαυτός έπλενε
εμείςεμείς πλέναμε
εσείςεσείς πλένατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έπλεναν
Αόριστος
εγώεγώ έπλυνα
εσύεσύ έπλυνες
αυτός/αυτήαυτός έπλυνε
εμείςεμείς πλύναμε
εσείςεσείς πλύνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έπλυναν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα πλένω
εσύεσύ θα πλένεις
αυτός/αυτήαυτός θα πλένει
εμείςεμείς θα πλένουμε
εσείςεσείς θα πλένετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα πλένουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα πλύνω
εσύεσύ θα πλύνεις
αυτός/αυτήαυτός θα πλύνει
εμείςεμείς θα πλύνουμε
εσείςεσείς θα πλύνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα πλύνουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να πλένω
εσύεσύ να πλένεις
αυτός/αυτήαυτός να πλένει
εμείςεμείς να πλένουμε
εσείςεσείς να πλένετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να πλένουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να πλύνω
εσύεσύ να πλύνεις
αυτός/αυτήαυτός να πλύνει
εμείςεμείς να πλύνουμε
εσείςεσείς να πλύνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να πλύνουν
Usages & examples
πλένω + αντικείμενοΠλένω το αυτοκίνητο κάθε Σάββατο.I wash the car every Saturday.
πλένομαιΠλένομαι γρήγορα και φεύγω.I wash quickly and head out.
πλένω τα πιάταΠοιος θα πλύνει τα πιάτα απόψε;Who will do the dishes tonight?
πλένω ρούχαΘα πλύνω ρούχα το απόγευμα, θέλεις κάτι;I'll do laundry this afternoon; do you need anything washed?