ποτίζω conjugation in Greek

"ποτίζω" is a common greek verb meaning "water". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
ποτίζω

water

Ενεστώτας

εγώεγώ ποτίζω
εσύεσύ ποτίζεις
αυτός/αυτήαυτός ποτίζει
εμείςεμείς ποτίζουμε
εσείςεσείς ποτίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ποτίζουν

Παρατατικός

εγώεγώ πότιζα
εσύεσύ πότιζες
αυτός/αυτήαυτός πότιζε
εμείςεμείς ποτίζαμε
εσείςεσείς ποτίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πότιζαν

Αόριστος

εγώεγώ πότισα
εσύεσύ πότισες
αυτός/αυτήαυτός πότισε
εμείςεμείς ποτίσαμε
εσείςεσείς ποτίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πότισαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα ποτίζω
εσύεσύ θα ποτίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα ποτίζει
εμείςεμείς θα ποτίζουμε
εσείςεσείς θα ποτίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ποτίζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα ποτίσω
εσύεσύ θα ποτίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ποτίσει
εμείςεμείς θα ποτίσουμε
εσείςεσείς θα ποτίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ποτίσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να ποτίζω
εσύεσύ να ποτίζεις
αυτός/αυτήαυτός να ποτίζει
εμείςεμείς να ποτίζουμε
εσείςεσείς να ποτίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ποτίζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να ποτίσω
εσύεσύ να ποτίσεις
αυτός/αυτήαυτός να ποτίσει
εμείςεμείς να ποτίσουμε
εσείςεσείς να ποτίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ποτίσουν

Usages & examples

ποτίζω τα φυτάΘα ποτίσω τις γλάστρες πριν φύγουμε.I'll water the pots before we leave.
ποτίζω κάποιον (ποτό)Χτες ο Γιώργος μας πότισε μπύρες όλο το βράδυ.Yesterday Giorgos kept buying us beers all night.
η βροχή ποτίζει τη γηΗ πρωινή βροχή πότισε καλά το χωράφι.The morning rain soaked the field well.
ποτίζω κάποιον με ψέματα/ιδέεςΤον πότισαν ψέματα και τους πίστεψε.They fed him lies and he believed them.