προγραμματίζω conjugation in Greek

"προγραμματίζω" is a common greek verb meaning "schedule". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
προγραμματίζω

schedule

Ενεστώτας

εγώεγώ προγραμματίζω
εσύεσύ προγραμματίζεις
αυτός/αυτήαυτός προγραμματίζει
εμείςεμείς προγραμματίζουμε
εσείςεσείς προγραμματίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί προγραμματίζουν

Παρατατικός

εγώεγώ προγραμμάτιζα
εσύεσύ προγραμμάτιζες
αυτός/αυτήαυτός προγραμμάτιζε
εμείςεμείς προγραμματίζαμε
εσείςεσείς προγραμματίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί προγραμμάτιζαν

Αόριστος

εγώεγώ προγραμμάτισα
εσύεσύ προγραμμάτισες
αυτός/αυτήαυτός προγραμμάτισε
εμείςεμείς προγραμματίσαμε
εσείςεσείς προγραμματίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί προγραμμάτισαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα προγραμματίζω
εσύεσύ θα προγραμματίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα προγραμματίζει
εμείςεμείς θα προγραμματίζουμε
εσείςεσείς θα προγραμματίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα προγραμματίζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα προγραμματίσω
εσύεσύ θα προγραμματίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα προγραμματίσει
εμείςεμείς θα προγραμματίσουμε
εσείςεσείς θα προγραμματίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα προγραμματίσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να προγραμματίζω
εσύεσύ να προγραμματίζεις
αυτός/αυτήαυτός να προγραμματίζει
εμείςεμείς να προγραμματίζουμε
εσείςεσείς να προγραμματίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να προγραμματίζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να προγραμματίσω
εσύεσύ να προγραμματίσεις
αυτός/αυτήαυτός να προγραμματίσει
εμείςεμείς να προγραμματίσουμε
εσείςεσείς να προγραμματίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να προγραμματίσουν

Usages & examples

προγραμματίζω κάτιΠρέπει να προγραμματίσω ένα ραντεβού για αύριο.I need to schedule an appointment for tomorrow.
προγραμματίζω να + ρήμαΠρογραμματίζουμε να πάμε διακοπές τον Ιούλιο.We’re planning to go on vacation in July.
προγραμματίζω συσκευήΈχω προγραμματίσει το πλυντήριο να ξεκινήσει στις οκτώ.I’ve programmed the washing machine to start at eight.
προγραμματίζω λογισμικόΟ Γιάννης προγραμματίζει εφαρμογές για κινητά.Yiannis programs mobile apps.