συζητώ conjugation in Greek

"συζητώ" is a common greek verb meaning "to discuss". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
συζητώ

to discuss

Ενεστώτας

εγώεγώ συζητώ
εσύεσύ συζητάς
αυτός/αυτήαυτός συζητά
εμείςεμείς συζητάμε
εσείςεσείς συζητάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί συζητούν

Παρατατικός

εγώεγώ συζητούσα
εσύεσύ συζητούσες
αυτός/αυτήαυτός συζητούσε
εμείςεμείς συζητούσαμε
εσείςεσείς συζητούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί συζητούσαν

Αόριστος

εγώεγώ συζήτησα
εσύεσύ συζήτησες
αυτός/αυτήαυτός συζήτησε
εμείςεμείς συζητήσαμε
εσείςεσείς συζητήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί συζήτησαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα συζητώ
εσύεσύ θα συζητάς
αυτός/αυτήαυτός θα συζητά
εμείςεμείς θα συζητάμε
εσείςεσείς θα συζητάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα συζητούν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα συζητήσω
εσύεσύ θα συζητήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα συζητήσει
εμείςεμείς θα συζητήσουμε
εσείςεσείς θα συζητήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα συζητήσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να συζητώ
εσύεσύ να συζητάς
αυτός/αυτήαυτός να συζητά
εμείςεμείς να συζητάμε
εσείςεσείς να συζητάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να συζητούν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να συζητήσω
εσύεσύ να συζητήσεις
αυτός/αυτήαυτός να συζητήσει
εμείςεμείς να συζητήσουμε
εσείςεσείς να συζητήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να συζητήσουν

Usages & examples

συζητώ κάτιΣυζητάμε το νέο μας project αύριο.We’re discussing our new project tomorrow.
συζητώ με κάποιον για κάτιΘέλω να συζητήσω με σένα για τις διακοπές.I want to talk with you about the holidays.
συζητώ το ενδεχόμενο να + υποτακτικήΣυζητούν το ενδεχόμενο να μετακομίσουν στο εξωτερικό.They’re discussing the possibility of moving abroad.
συζητιέται / συζητούνται + θέμαΣτο γραφείο συζητιέται μια νέα συγχώνευση.A new merger is being talked about at the office.