τελειώνω conjugation in Greek
"τελειώνω" is a common greek verb meaning "to finish". Below are its conjugations across major tenses.
τελειώνω
to finish
Ενεστώτας
εγώεγώ τελειώνω
εσύεσύ τελειώνεις
αυτός/αυτήαυτός τελειώνει
εμείςεμείς τελειώνουμε
εσείςεσείς τελειώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί τελειώνουν
Παρατατικός
εγώεγώ τελείωνα
εσύεσύ τελείωνες
αυτός/αυτήαυτός τελείωνε
εμείςεμείς τελειώναμε
εσείςεσείς τελειώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί τελείωναν
Αόριστος
εγώεγώ τελείωσα
εσύεσύ τελείωσες
αυτός/αυτήαυτός τελείωσε
εμείςεμείς τελειώσαμε
εσείςεσείς τελειώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί τελείωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα τελειώνω
εσύεσύ θα τελειώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα τελειώνει
εμείςεμείς θα τελειώνουμε
εσείςεσείς θα τελειώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα τελειώνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα τελειώσω
εσύεσύ θα τελειώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα τελειώσει
εμείςεμείς θα τελειώσουμε
εσείςεσείς θα τελειώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα τελειώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να τελειώνω
εσύεσύ να τελειώνεις
αυτός/αυτήαυτός να τελειώνει
εμείςεμείς να τελειώνουμε
εσείςεσείς να τελειώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να τελειώνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να τελειώσω
εσύεσύ να τελειώσεις
αυτός/αυτήαυτός να τελειώσει
εμείςεμείς να τελειώσουμε
εσείςεσείς να τελειώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να τελειώσουν
Usages & examples
τελειώνω κάτιΤελείωσα τη δουλειά νωρίς.I finished the work early.
κάτι τελειώνειΗ ταινία τελειώνει σε δέκα λεπτά.The movie ends in ten minutes.
μου τελείωσε κάτιΜου τελείωσε ο καφές, πάω να πάρω άλλο.I ran out of coffee, I'm going to get some more.
Τελείωνε!Τελείωνε, θα χάσουμε το λεωφορείο!Hurry up, we'll miss the bus!