υποφέρω conjugation in Greek

"υποφέρω" is a common greek verb meaning "suffer". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
υποφέρω

suffer

Ενεστώτας

εγώεγώ υποφέρω
εσύεσύ υποφέρεις
αυτός/αυτήαυτός υποφέρει
εμείςεμείς υποφέρουμε
εσείςεσείς υποφέρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί υποφέρουν

Παρατατικός

εγώεγώ υπέφερα
εσύεσύ υπέφερες
αυτός/αυτήαυτός υπέφερε
εμείςεμείς υποφέραμε
εσείςεσείς υποφέρατε
αυτοί/αυτέςαυτοί υπέφεραν

Αόριστος

εγώεγώ υπέφερα
εσύεσύ υπέφερες
αυτός/αυτήαυτός υπέφερε
εμείςεμείς υποφέραμε
εσείςεσείς υποφέρατε
αυτοί/αυτέςαυτοί υπέφεραν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα υποφέρω
εσύεσύ θα υποφέρεις
αυτός/αυτήαυτός θα υποφέρει
εμείςεμείς θα υποφέρουμε
εσείςεσείς θα υποφέρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα υποφέρουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα υποφέρω
εσύεσύ θα υποφέρεις
αυτός/αυτήαυτός θα υποφέρει
εμείςεμείς θα υποφέρουμε
εσείςεσείς θα υποφέρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα υποφέρουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να υποφέρω
εσύεσύ να υποφέρεις
αυτός/αυτήαυτός να υποφέρει
εμείςεμείς να υποφέρουμε
εσείςεσείς να υποφέρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να υποφέρουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να υποφέρω
εσύεσύ να υποφέρεις
αυτός/αυτήαυτός να υποφέρει
εμείςεμείς να υποφέρουμε
εσείςεσείς να υποφέρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να υποφέρουν

Usages & examples

υποφέρω από + ουσ.Υποφέρω από αλλεργίες κάθε άνοιξη.I suffer from allergies every spring.
δεν τον/την/το υποφέρωΔεν τον υποφέρω άλλο, μιλάει συνέχεια.I can’t stand him anymore, he talks nonstop.
υποφέρω + έντονο πόνοΜετά το χειρουργείο υποφέρω φρικτούς πόνους.After the surgery I’m suffering terrible pains.
υπέφερα πολλάΣτην ξενιτιά υπέφερα πολλά αλλά τα κατάφερα.Abroad I suffered a lot but I made it.