φεύγω conjugation in Greek
"φεύγω" is a common greek verb meaning "to leave; to go away". Below are its conjugations across major tenses.
φεύγω
to leave; to go away
Ενεστώτας
εγώεγώ φεύγω
εσύεσύ φεύγεις
αυτός/αυτήαυτός φεύγει
εμείςεμείς φεύγουμε
εσείςεσείς φεύγετε
αυτοί/αυτέςαυτοί φεύγουν
Παρατατικός
εγώεγώ έφευγα
εσύεσύ έφευγες
αυτός/αυτήαυτός έφευγε
εμείςεμείς φεύγαμε
εσείςεσείς φεύγατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έφευγαν
Αόριστος
εγώεγώ έφυγα
εσύεσύ έφυγες
αυτός/αυτήαυτός έφυγε
εμείςεμείς φύγαμε
εσείςεσείς φύγατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έφυγαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα φεύγω
εσύεσύ θα φεύγεις
αυτός/αυτήαυτός θα φεύγει
εμείςεμείς θα φεύγουμε
εσείςεσείς θα φεύγετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα φεύγουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα φύγω
εσύεσύ θα φύγεις
αυτός/αυτήαυτός θα φύγει
εμείςεμείς θα φύγουμε
εσείςεσείς θα φύγετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα φύγουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να φεύγω
εσύεσύ να φεύγεις
αυτός/αυτήαυτός να φεύγει
εμείςεμείς να φεύγουμε
εσείςεσείς να φεύγετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να φεύγουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να φύγω
εσύεσύ να φύγεις
αυτός/αυτήαυτός να φύγει
εμείςεμείς να φύγουμε
εσείςεσείς να φύγετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να φύγουν
Usages & examples
φεύγω για + προορισμόΦεύγω για το γραφείο, τα λέμε αργότερα.I’m leaving for the office, talk to you later.
φεύγω από + μέροςΈφυγα από τη δουλειά στις έξι.I left work at six.
Φύγε! (προστακτική)Φύγε τώρα πριν βρέξει!Go now before it rains!
μου φεύγει κάτιΜου έφυγε το μπουκάλι από το χέρι.The bottle slipped out of my hand.