φροντίζω conjugation in Greek

"φροντίζω" is a common greek verb meaning "to take care of". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
φροντίζω

to take care of

Ενεστώτας

εγώεγώ φροντίζω
εσύεσύ φροντίζεις
αυτός/αυτήαυτός φροντίζει
εμείςεμείς φροντίζουμε
εσείςεσείς φροντίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί φροντίζουν

Παρατατικός

εγώεγώ φρόντιζα
εσύεσύ φρόντιζες
αυτός/αυτήαυτός φρόντιζε
εμείςεμείς φροντίζαμε
εσείςεσείς φροντίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί φρόντιζαν

Αόριστος

εγώεγώ φρόντισα
εσύεσύ φρόντισες
αυτός/αυτήαυτός φρόντισε
εμείςεμείς φροντίσαμε
εσείςεσείς φροντίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί φρόντισαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα φροντίζω
εσύεσύ θα φροντίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα φροντίζει
εμείςεμείς θα φροντίζουμε
εσείςεσείς θα φροντίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα φροντίζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα φροντίσω
εσύεσύ θα φροντίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα φροντίσει
εμείςεμείς θα φροντίσουμε
εσείςεσείς θα φροντίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα φροντίσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να φροντίζω
εσύεσύ να φροντίζεις
αυτός/αυτήαυτός να φροντίζει
εμείςεμείς να φροντίζουμε
εσείςεσείς να φροντίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να φροντίζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να φροντίσω
εσύεσύ να φροντίσεις
αυτός/αυτήαυτός να φροντίσει
εμείςεμείς να φροντίσουμε
εσείςεσείς να φροντίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να φροντίσουν

Usages & examples

φροντίζω κάποιον/κάτιΦροντίζω τη γιαγιά μου κάθε Σαββατοκύριακο.I take care of my grandmother every weekend.
φροντίζω για + ουσ.Θα φροντίσω για τα εισιτήρια.I'll see to the tickets.
φροντίζω να + υποτ.Φρόντισε να φτάσεις στην ώρα σου.Make sure you arrive on time.