χρωστάω conjugation in Greek
"χρωστάω" is a common greek verb meaning "to owe". Below are its conjugations across major tenses.
χρωστάω
to owe
Ενεστώτας
εγώεγώ χρωστάω
εσύεσύ χρωστάς
αυτός/αυτήαυτός χρωστάει
εμείςεμείς χρωστάμε
εσείςεσείς χρωστάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί χρωστάνε
Παρατατικός
εγώεγώ χρωστούσα
εσύεσύ χρωστούσες
αυτός/αυτήαυτός χρωστούσε
εμείςεμείς χρωστούσαμε
εσείςεσείς χρωστούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί χρωστούσαν
Αόριστος
εγώεγώ χρώστησα
εσύεσύ χρώστησες
αυτός/αυτήαυτός χρώστησε
εμείςεμείς χρωστήσαμε
εσείςεσείς χρωστήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί χρώστησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα χρωστάω
εσύεσύ θα χρωστάς
αυτός/αυτήαυτός θα χρωστάει
εμείςεμείς θα χρωστάμε
εσείςεσείς θα χρωστάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα χρωστάνε
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα χρωστήσω
εσύεσύ θα χρωστήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα χρωστήσει
εμείςεμείς θα χρωστήσουμε
εσείςεσείς θα χρωστήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα χρωστήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να χρωστάω
εσύεσύ να χρωστάς
αυτός/αυτήαυτός να χρωστάει
εμείςεμείς να χρωστάμε
εσείςεσείς να χρωστάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να χρωστάνε
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να χρωστήσω
εσύεσύ να χρωστήσεις
αυτός/αυτήαυτός να χρωστήσει
εμείςεμείς να χρωστήσουμε
εσείςεσείς να χρωστήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να χρωστήσουν
Usages & examples
χρωστάω σε κάποιον λεφτάΤου χρωστάω ακόμα πενήντα ευρώ.I still owe him fifty euros.
χρωστάω μια χάρη/συγγνώμηΣου χρωστάω μια μεγάλη συγγνώμη για χθες.I owe you a big apology for yesterday.
χρωστάω μάθημα/πτυχίοΑκόμα χρωστάω δύο μαθήματα για να πάρω το πτυχίο.I still owe two courses before I get my degree.
χρωστάω να + υποτ.Σου χρωστάω να σε κεράσω έναν καφέ.I still owe you a coffee.