αντέχω conjugation in Greek

"αντέχω" is a common greek verb meaning "to endure; to handle". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
αντέχω

to endure; to handle

Ενεστώτας

εγώεγώ αντέχω
εσύεσύ αντέχεις
αυτός/αυτήαυτός αντέχει
εμείςεμείς αντέχουμε
εσείςεσείς αντέχετε
αυτοί/αυτέςαυτοί αντέχουν

Παρατατικός

εγώεγώ άντεχα
εσύεσύ άντεχες
αυτός/αυτήαυτός άντεχε
εμείςεμείς αντέχαμε
εσείςεσείς αντέχατε
αυτοί/αυτέςαυτοί άντεχαν

Αόριστος

εγώεγώ άντεξα
εσύεσύ άντεξες
αυτός/αυτήαυτός άντεξε
εμείςεμείς αντέξαμε
εσείςεσείς αντέξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί άντεξαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα αντέχω
εσύεσύ θα αντέχεις
αυτός/αυτήαυτός θα αντέχει
εμείςεμείς θα αντέχουμε
εσείςεσείς θα αντέχετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αντέχουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα αντέξω
εσύεσύ θα αντέξεις
αυτός/αυτήαυτός θα αντέξει
εμείςεμείς θα αντέξουμε
εσείςεσείς θα αντέξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αντέξουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να αντέχω
εσύεσύ να αντέχεις
αυτός/αυτήαυτός να αντέχει
εμείςεμείς να αντέχουμε
εσείςεσείς να αντέχετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αντέχουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να αντέξω
εσύεσύ να αντέξεις
αυτός/αυτήαυτός να αντέξει
εμείςεμείς να αντέξουμε
εσείςεσείς να αντέξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αντέξουν

Usages & examples

δεν αντέχω (άλλο) + ουσ.Δεν αντέχω άλλο το κρύο.I can’t stand the cold anymore.
αντέχω σε + ουσ.Το παπούτσι αντέχει στη βροχή.The shoe withstands the rain.
αντέχω + χρονικό διάστημαΗ μπαταρία μου δεν αντέχει πάνω από δυο ώρες.My battery doesn’t last more than two hours.
δεν αντέχω να + υποτ.Δεν αντέχω να δουλεύω τόσες ώρες όρθιος.I can’t bear working so many hours standing.