επαναλαμβάνω conjugation in Greek
"επαναλαμβάνω" is a common greek verb meaning "to repeat". Below are its conjugations across major tenses.
επαναλαμβάνω
to repeat
Ενεστώτας
εγώεγώ επαναλαμβάνω
εσύεσύ επαναλαμβάνεις
αυτός/αυτήαυτός επαναλαμβάνει
εμείςεμείς επαναλαμβάνουμε
εσείςεσείς επαναλαμβάνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί επαναλαμβάνουν
Παρατατικός
εγώεγώ επαναλάμβανα
εσύεσύ επαναλάμβανες
αυτός/αυτήαυτός επαναλάμβανε
εμείςεμείς επαναλαμβάναμε
εσείςεσείς επαναλαμβάνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί επαναλάμβαναν
Αόριστος
εγώεγώ επανέλαβα
εσύεσύ επανέλαβες
αυτός/αυτήαυτός επανέλαβε
εμείςεμείς επαναλάβαμε
εσείςεσείς επαναλάβατε
αυτοί/αυτέςαυτοί επανέλαβαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα επαναλαμβάνω
εσύεσύ θα επαναλαμβάνεις
αυτός/αυτήαυτός θα επαναλαμβάνει
εμείςεμείς θα επαναλαμβάνουμε
εσείςεσείς θα επαναλαμβάνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα επαναλαμβάνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα επαναλάβω
εσύεσύ θα επαναλάβεις
αυτός/αυτήαυτός θα επαναλάβει
εμείςεμείς θα επαναλάβουμε
εσείςεσείς θα επαναλάβετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα επαναλάβουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να επαναλαμβάνω
εσύεσύ να επαναλαμβάνεις
αυτός/αυτήαυτός να επαναλαμβάνει
εμείςεμείς να επαναλαμβάνουμε
εσείςεσείς να επαναλαμβάνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να επαναλαμβάνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να επαναλάβω
εσύεσύ να επαναλάβεις
αυτός/αυτήαυτός να επαναλάβει
εμείςεμείς να επαναλάβουμε
εσείςεσείς να επαναλάβετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να επαναλάβουν
Usages & examples
επαναλαμβάνω κάτιΜπορείς να επαναλάβεις την ερώτηση;Can you repeat the question?
επαναλαμβάνομαιΗ ιστορία επαναλαμβάνεται.History repeats itself.
επαναλαμβάνω ότι + πρότασηΕπαναλαμβάνω ότι δεν φταίω.I repeat that it's not my fault.
μην επαναλαμβάνεσαιΣε άκουσα, μην επαναλαμβάνεσαι.I heard you, stop repeating yourself.