επικοινωνώ conjugation in Greek

"επικοινωνώ" is a common greek verb meaning "communicate / contact". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
επικοινωνώ

communicate / contact

Ενεστώτας

εγώεγώ επικοινωνώ
εσύεσύ επικοινωνείς
αυτός/αυτήαυτός επικοινωνεί
εμείςεμείς επικοινωνούμε
εσείςεσείς επικοινωνείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί επικοινωνούν

Παρατατικός

εγώεγώ επικοινωνούσα
εσύεσύ επικοινωνούσες
αυτός/αυτήαυτός επικοινωνούσε
εμείςεμείς επικοινωνούσαμε
εσείςεσείς επικοινωνούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί επικοινωνούσαν

Αόριστος

εγώεγώ επικοινώνησα
εσύεσύ επικοινώνησες
αυτός/αυτήαυτός επικοινώνησε
εμείςεμείς επικοινωνήσαμε
εσείςεσείς επικοινωνήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί επικοινώνησαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα επικοινωνώ
εσύεσύ θα επικοινωνείς
αυτός/αυτήαυτός θα επικοινωνεί
εμείςεμείς θα επικοινωνούμε
εσείςεσείς θα επικοινωνείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα επικοινωνούν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα επικοινωνήσω
εσύεσύ θα επικοινωνήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα επικοινωνήσει
εμείςεμείς θα επικοινωνήσουμε
εσείςεσείς θα επικοινωνήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα επικοινωνήσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να επικοινωνώ
εσύεσύ να επικοινωνείς
αυτός/αυτήαυτός να επικοινωνεί
εμείςεμείς να επικοινωνούμε
εσείςεσείς να επικοινωνείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να επικοινωνούν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να επικοινωνήσω
εσύεσύ να επικοινωνήσεις
αυτός/αυτήαυτός να επικοινωνήσει
εμείςεμείς να επικοινωνήσουμε
εσείςεσείς να επικοινωνήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να επικοινωνήσουν

Usages & examples

επικοινωνώ με + αιτιατικήΘα επικοινωνήσω με τον γιατρό αύριο.I'll contact the doctor tomorrow.
επικοινωνώ κάτι σε κάποιονΠρέπει να επικοινωνήσουμε την αλλαγή στους πελάτες.We need to communicate the change to the customers.
επικοινωνώ μέσω + γενικήςΕπικοινωνούμε μέσω email κάθε μέρα.We communicate by email every day.
επικοινωνώ καλά/δύσκολα με + αιτιατικήΔεν επικοινωνώ καλά με τον προϊστάμενό μου.I don't communicate well with my supervisor.