επιτρέπω conjugation in Greek
"επιτρέπω" is a common greek verb meaning "to allow". Below are its conjugations across major tenses.
επιτρέπω
to allow
Ενεστώτας
εγώεγώ επιτρέπω
εσύεσύ επιτρέπεις
αυτός/αυτήαυτός επιτρέπει
εμείςεμείς επιτρέπουμε
εσείςεσείς επιτρέπετε
αυτοί/αυτέςαυτοί επιτρέπουν
Παρατατικός
εγώεγώ επέτρεπα
εσύεσύ επέτρεπες
αυτός/αυτήαυτός επέτρεπε
εμείςεμείς επιτρέπαμε
εσείςεσείς επιτρέπατε
αυτοί/αυτέςαυτοί επέτρεπαν
Αόριστος
εγώεγώ επέτρεψα
εσύεσύ επέτρεψες
αυτός/αυτήαυτός επέτρεψε
εμείςεμείς επιτρέψαμε
εσείςεσείς επιτρέψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί επέτρεψαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα επιτρέπω
εσύεσύ θα επιτρέπεις
αυτός/αυτήαυτός θα επιτρέπει
εμείςεμείς θα επιτρέπουμε
εσείςεσείς θα επιτρέπετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα επιτρέπουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα επιτρέψω
εσύεσύ θα επιτρέψεις
αυτός/αυτήαυτός θα επιτρέψει
εμείςεμείς θα επιτρέψουμε
εσείςεσείς θα επιτρέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα επιτρέψουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να επιτρέπω
εσύεσύ να επιτρέπεις
αυτός/αυτήαυτός να επιτρέπει
εμείςεμείς να επιτρέπουμε
εσείςεσείς να επιτρέπετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να επιτρέπουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να επιτρέψω
εσύεσύ να επιτρέψεις
αυτός/αυτήαυτός να επιτρέψει
εμείςεμείς να επιτρέψουμε
εσείςεσείς να επιτρέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να επιτρέψουν
Usages & examples
επιτρέπω σε κπ να + ρήμαΤης επέτρεψα να φύγει νωρίς.I allowed her to leave early.
επιτρέπεται + ουσ. / να + ρήμαΔεν επιτρέπεται το κάπνισμα εδώ.Smoking is not allowed here.
Μου επιτρέπεις να...;Μου επιτρέπεις να χρησιμοποιήσω το τηλέφωνό σου;May I use your phone?
Το επιτρέπει ο νόμος/κανόναςΟ νόμος το επιτρέπει μετά τα 18.The law allows it after 18.