κλείνω conjugation in Greek
"κλείνω" is a common greek verb meaning "to close". Below are its conjugations across major tenses.
κλείνω
to close
Ενεστώτας
εγώεγώ κλείνω
εσύεσύ κλείνεις
αυτός/αυτήαυτός κλείνει
εμείςεμείς κλείνουμε
εσείςεσείς κλείνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί κλείνουν
Παρατατικός
εγώεγώ έκλεινα
εσύεσύ έκλεινες
αυτός/αυτήαυτός έκλεινε
εμείςεμείς κλείναμε
εσείςεσείς κλείνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έκλειναν
Αόριστος
εγώεγώ έκλεισα
εσύεσύ έκλεισες
αυτός/αυτήαυτός έκλεισε
εμείςεμείς κλείσαμε
εσείςεσείς κλείσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έκλεισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα κλείνω
εσύεσύ θα κλείνεις
αυτός/αυτήαυτός θα κλείνει
εμείςεμείς θα κλείνουμε
εσείςεσείς θα κλείνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κλείνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα κλείσω
εσύεσύ θα κλείσεις
αυτός/αυτήαυτός θα κλείσει
εμείςεμείς θα κλείσουμε
εσείςεσείς θα κλείσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κλείσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να κλείνω
εσύεσύ να κλείνεις
αυτός/αυτήαυτός να κλείνει
εμείςεμείς να κλείνουμε
εσείςεσείς να κλείνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κλείνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να κλείσω
εσύεσύ να κλείσεις
αυτός/αυτήαυτός να κλείσει
εμείςεμείς να κλείσουμε
εσείςεσείς να κλείσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κλείσουν
Usages & examples
κλείνω κάτι (πόρτα, παράθυρο)Μπορείς να κλείσεις την πόρτα; Κάνει κρύο.Can you close the door? It's cold.
κλείνω συσκευή/φωςΜην ξεχάσεις να κλείσεις το φως πριν φύγεις.Don’t forget to turn off the light before you leave.
κλείνω ραντεβού/τραπέζιΈκλεισα ραντεβού στον οδοντίατρο για την Παρασκευή.I booked an appointment at the dentist for Friday.
κλείνω τα + ηλικίαΘα κλείσω τα τριάντα τον Αύγουστο.I’ll turn thirty in August.