κλικάρω conjugation in Greek

"κλικάρω" is a common greek verb meaning "click". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
κλικάρω

click

Ενεστώτας

εγώεγώ κλικάρω
εσύεσύ κλικάρεις
αυτός/αυτήαυτός κλικάρει
εμείςεμείς κλικάρουμε
εσείςεσείς κλικάρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί κλικάρουν

Παρατατικός

εγώεγώ κλίκαρα
εσύεσύ κλίκαρες
αυτός/αυτήαυτός κλίκαρε
εμείςεμείς κλικάραμε
εσείςεσείς κλικάρατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κλίκαραν

Αόριστος

εγώεγώ κλίκαρα
εσύεσύ κλίκαρες
αυτός/αυτήαυτός κλίκαρε
εμείςεμείς κλικάραμε
εσείςεσείς κλικάρατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κλίκαραν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα κλικάρω
εσύεσύ θα κλικάρεις
αυτός/αυτήαυτός θα κλικάρει
εμείςεμείς θα κλικάρουμε
εσείςεσείς θα κλικάρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κλικάρουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα κλικάρω
εσύεσύ θα κλικάρεις
αυτός/αυτήαυτός θα κλικάρει
εμείςεμείς θα κλικάρουμε
εσείςεσείς θα κλικάρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κλικάρουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να κλικάρω
εσύεσύ να κλικάρεις
αυτός/αυτήαυτός να κλικάρει
εμείςεμείς να κλικάρουμε
εσείςεσείς να κλικάρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κλικάρουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να κλικάρω
εσύεσύ να κλικάρεις
αυτός/αυτήαυτός να κλικάρει
εμείςεμείς να κλικάρουμε
εσείςεσείς να κλικάρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κλικάρουν

Usages & examples

κλικάρω + αντικείμενοΚλικάρω το εικονίδιο και ανοίγει το πρόγραμμα.I click the icon and the program opens.
κλικάρω πάνω σε + ουσ.Απλώς κλικάρεις πάνω στο λινκ και ανοίγει το βίντεο.You just click on the link and the video opens.
μου κλικάρειΑυτό το σχέδιο μου κλικάρει• ας το κρατήσουμε.This design clicks with me; let’s keep it.
κλικάρω με + πρόσωποΚλικάρω με τη Μαρία από την πρώτη στιγμή.I click with Maria from the very first moment.