κρίνω conjugation in Greek

"κρίνω" is a common greek verb meaning "judge". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
κρίνω

judge

Ενεστώτας

εγώεγώ κρίνω
εσύεσύ κρίνεις
αυτός/αυτήαυτός κρίνει
εμείςεμείς κρίνουμε
εσείςεσείς κρίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί κρίνουν

Παρατατικός

εγώεγώ έκρινα
εσύεσύ έκρινες
αυτός/αυτήαυτός έκρινε
εμείςεμείς κρίναμε
εσείςεσείς κρίνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έκριναν

Αόριστος

εγώεγώ έκρινα
εσύεσύ έκρινες
αυτός/αυτήαυτός έκρινε
εμείςεμείς κρίναμε
εσείςεσείς κρίνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έκριναν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα κρίνω
εσύεσύ θα κρίνεις
αυτός/αυτήαυτός θα κρίνει
εμείςεμείς θα κρίνουμε
εσείςεσείς θα κρίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κρίνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα κρίνω
εσύεσύ θα κρίνεις
αυτός/αυτήαυτός θα κρίνει
εμείςεμείς θα κρίνουμε
εσείςεσείς θα κρίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κρίνουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να κρίνω
εσύεσύ να κρίνεις
αυτός/αυτήαυτός να κρίνει
εμείςεμείς να κρίνουμε
εσείςεσείς να κρίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κρίνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να κρίνω
εσύεσύ να κρίνεις
αυτός/αυτήαυτός να κρίνει
εμείςεμείς να κρίνουμε
εσείςεσείς να κρίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κρίνουν

Usages & examples

κρίνω κάποιον/κάτιΜην κρίνεις τους άλλους μόνο από την εμφάνιση.Don't judge others only by appearance.
κρίνω ότι + πρότασηΚρίνω ότι χρειάζεσαι ξεκούραση.I think you need some rest.
κρίνω σκόπιμο να + υποτακτικήΈκρινα σκόπιμο να ακυρώσω το ταξίδι.I decided it was wise to cancel the trip.
κρίνω από + ουσιαστικό/φράσηΚρίνοντας από το χαμόγελό σου, πέρασες καλά.Judging from your smile, you had a good time.