λειτουργώ conjugation in Greek
"λειτουργώ" is a common greek verb meaning "function/work". Below are its conjugations across major tenses.
λειτουργώ
function/work
Ενεστώτας
εγώεγώ λειτουργώ
εσύεσύ λειτουργείς
αυτός/αυτήαυτός λειτουργεί
εμείςεμείς λειτουργούμε
εσείςεσείς λειτουργείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί λειτουργούν
Παρατατικός
εγώεγώ λειτουργούσα
εσύεσύ λειτουργούσες
αυτός/αυτήαυτός λειτουργούσε
εμείςεμείς λειτουργούσαμε
εσείςεσείς λειτουργούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί λειτουργούσαν
Αόριστος
εγώεγώ λειτούργησα
εσύεσύ λειτούργησες
αυτός/αυτήαυτός λειτούργησε
εμείςεμείς λειτουργήσαμε
εσείςεσείς λειτουργήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί λειτούργησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα λειτουργώ
εσύεσύ θα λειτουργείς
αυτός/αυτήαυτός θα λειτουργεί
εμείςεμείς θα λειτουργούμε
εσείςεσείς θα λειτουργείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα λειτουργούν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα λειτουργήσω
εσύεσύ θα λειτουργήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα λειτουργήσει
εμείςεμείς θα λειτουργήσουμε
εσείςεσείς θα λειτουργήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα λειτουργήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να λειτουργώ
εσύεσύ να λειτουργείς
αυτός/αυτήαυτός να λειτουργεί
εμείςεμείς να λειτουργούμε
εσείςεσείς να λειτουργείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να λειτουργούν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να λειτουργήσω
εσύεσύ να λειτουργήσεις
αυτός/αυτήαυτός να λειτουργήσει
εμείςεμείς να λειτουργήσουμε
εσείςεσείς να λειτουργήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να λειτουργήσουν
Usages & examples
Συσκευή δεν λειτουργείΤο πλυντήριο δεν λειτουργεί, πρέπει να το φτιάξουμε.The washing machine isn't working; we need to fix it.
λειτουργώ ως + ρόλοςΤο μπαλκόνι λειτουργεί ως αποθήκη.The balcony functions as a storage room.
λειτουργώ σε + ωράριοΤο μουσείο λειτουργεί μόνο τα πρωινά.The museum operates only in the mornings.
λειτουργώ + επιχείρησηΗ Μαρία λειτουργεί το οικογενειακό καφενείο.Maria runs the family café.