μετράω conjugation in Greek

"μετράω" is a common greek verb meaning "to count; to measure". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
μετράω

to count; to measure

Ενεστώτας

εγώεγώ μετράω
εσύεσύ μετράς
αυτός/αυτήαυτός μετράει
εμείςεμείς μετράμε
εσείςεσείς μετράτε
αυτοί/αυτέςαυτοί μετράνε

Παρατατικός

εγώεγώ μέτραγα
εσύεσύ μέτραγες
αυτός/αυτήαυτός μέτραγε
εμείςεμείς μετράγαμε
εσείςεσείς μετράγατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μέτραγαν

Αόριστος

εγώεγώ μέτρησα
εσύεσύ μέτρησες
αυτός/αυτήαυτός μέτρησε
εμείςεμείς μετρήσαμε
εσείςεσείς μετρήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μέτρησαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα μετράω
εσύεσύ θα μετράς
αυτός/αυτήαυτός θα μετράει
εμείςεμείς θα μετράμε
εσείςεσείς θα μετράτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μετράνε

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα μετρήσω
εσύεσύ θα μετρήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα μετρήσει
εμείςεμείς θα μετρήσουμε
εσείςεσείς θα μετρήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μετρήσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να μετράω
εσύεσύ να μετράς
αυτός/αυτήαυτός να μετράει
εμείςεμείς να μετράμε
εσείςεσείς να μετράτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μετράνε

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να μετρήσω
εσύεσύ να μετρήσεις
αυτός/αυτήαυτός να μετρήσει
εμείςεμείς να μετρήσουμε
εσείςεσείς να μετρήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μετρήσουν

Usages & examples

μετράω + αντικείμεναΜετράω τα κέρματα πριν πληρώσω.I count the coins before I pay.
αυτό που μετράειΑυτό που μετράει είναι να είμαστε καλά.What matters is that we are well.
μετράω + χρονικό διάστημαΗ εταιρεία μετράει δέκα χρόνια στην αγορά.The company has been on the market for ten years.
μετράει! (σλανγκ)Το νέο τους τραγούδι πραγματικά μετράει!Their new song really rocks!