μπορώ conjugation in Greek
"μπορώ" is a common greek verb meaning "can; to be able to". Below are its conjugations across major tenses.
μπορώ
can; to be able to
Ενεστώτας
εγώεγώ μπορώ
εσύεσύ μπορείς
αυτός/αυτήαυτός μπορεί
εμείςεμείς μπορούμε
εσείςεσείς μπορείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί μπορούν
Παρατατικός
εγώεγώ μπορούσα
εσύεσύ μπορούσες
αυτός/αυτήαυτός μπορούσε
εμείςεμείς μπορούσαμε
εσείςεσείς μπορούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μπορούσαν
Αόριστος
εγώεγώ μπόρεσα
εσύεσύ μπόρεσες
αυτός/αυτήαυτός μπόρεσε
εμείςεμείς μπορέσαμε
εσείςεσείς μπορέσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μπόρεσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα μπορώ
εσύεσύ θα μπορείς
αυτός/αυτήαυτός θα μπορεί
εμείςεμείς θα μπορούμε
εσείςεσείς θα μπορείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μπορούν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα μπορέσω
εσύεσύ θα μπορέσεις
αυτός/αυτήαυτός θα μπορέσει
εμείςεμείς θα μπορέσουμε
εσείςεσείς θα μπορέσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μπορέσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να μπορώ
εσύεσύ να μπορείς
αυτός/αυτήαυτός να μπορεί
εμείςεμείς να μπορούμε
εσείςεσείς να μπορείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μπορούν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να μπορέσω
εσύεσύ να μπορέσεις
αυτός/αυτήαυτός να μπορέσει
εμείςεμείς να μπορέσουμε
εσείςεσείς να μπορέσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μπορέσουν
Usages & examples
μπορώ να + ΡΜπορώ να μιλήσω λίγα ελληνικά.I can speak a little Greek.
Μπορείς / Μπορείτε να…;Μπορείς να κλείσεις το παράθυρο;Can you close the window?
μπορεί να + ΡΜπορεί να βρέξει το βράδυ.It might rain tonight.
δεν μπορώ + να + ΡΣυγγνώμη, δεν μπορώ τώρα.Sorry, I can't right now.