ντύνω conjugation in Greek
"ντύνω" is a common greek verb meaning "dress (someone)". Below are its conjugations across major tenses.
ντύνω
dress (someone)
Ενεστώτας
εγώεγώ ντύνω
εσύεσύ ντύνεις
αυτός/αυτήαυτός ντύνει
εμείςεμείς ντύνουμε
εσείςεσείς ντύνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ντύνουν
Παρατατικός
εγώεγώ έντυνα
εσύεσύ έντυνες
αυτός/αυτήαυτός έντυνε
εμείςεμείς ντύναμε
εσείςεσείς ντύνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ντύνανε
Αόριστος
εγώεγώ έντυσα
εσύεσύ έντυσες
αυτός/αυτήαυτός έντυσε
εμείςεμείς ντύσαμε
εσείςεσείς ντύσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ντύσανε
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ντύνω
εσύεσύ θα ντύνεις
αυτός/αυτήαυτός θα ντύνει
εμείςεμείς θα ντύνουμε
εσείςεσείς θα ντύνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ντύνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ντύσω
εσύεσύ θα ντύσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ντύσει
εμείςεμείς θα ντύσουμε
εσείςεσείς θα ντύσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ντύσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ντύνω
εσύεσύ να ντύνεις
αυτός/αυτήαυτός να ντύνει
εμείςεμείς να ντύνουμε
εσείςεσείς να ντύνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ντύνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ντύσω
εσύεσύ να ντύσεις
αυτός/αυτήαυτός να ντύσει
εμείςεμείς να ντύσουμε
εσείςεσείς να ντύσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ντύσουν
Usages & examples
ντύνω κάποιονΚάθε πρωί ντύνω τη μικρή και μετά φεύγουμε.Every morning I dress the little one and then we leave.
ντύνομαιΝτύσου γρήγορα, φεύγουμε.Get dressed quickly, we're leaving.
ντύνω κάτι με κάτιΈντυσα το κέικ με λιωμένη σοκολάτα.I coated the cake with melted chocolate.
ντύνομαι σαν + χαρακτήραςΣτο πάρτι ντύθηκα σαν πειρατής.At the party I dressed up as a pirate.