οδηγώ conjugation in Greek
"οδηγώ" is a common greek verb meaning "to drive". Below are its conjugations across major tenses.
οδηγώ
to drive
Ενεστώτας
εγώεγώ οδηγώ
εσύεσύ οδηγείς
αυτός/αυτήαυτός οδηγεί
εμείςεμείς οδηγούμε
εσείςεσείς οδηγείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί οδηγούν
Παρατατικός
εγώεγώ οδηγούσα
εσύεσύ οδηγούσες
αυτός/αυτήαυτός οδηγούσε
εμείςεμείς οδηγούσαμε
εσείςεσείς οδηγούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί οδηγούσαν
Αόριστος
εγώεγώ οδήγησα
εσύεσύ οδήγησες
αυτός/αυτήαυτός οδήγησε
εμείςεμείς οδηγήσαμε
εσείςεσείς οδηγήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί οδήγησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα οδηγώ
εσύεσύ θα οδηγείς
αυτός/αυτήαυτός θα οδηγεί
εμείςεμείς θα οδηγούμε
εσείςεσείς θα οδηγείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα οδηγούν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα οδηγήσω
εσύεσύ θα οδηγήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα οδηγήσει
εμείςεμείς θα οδηγήσουμε
εσείςεσείς θα οδηγήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα οδηγήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να οδηγώ
εσύεσύ να οδηγείς
αυτός/αυτήαυτός να οδηγεί
εμείςεμείς να οδηγούμε
εσείςεσείς να οδηγείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να οδηγούν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να οδηγήσω
εσύεσύ να οδηγήσεις
αυτός/αυτήαυτός να οδηγήσει
εμείςεμείς να οδηγήσουμε
εσείςεσείς να οδηγήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να οδηγήσουν
Usages & examples
οδηγώ + όχημαΟδηγώ το αυτοκίνητο κάθε μέρα στη δουλειά.I drive the car to work every day.
οδηγώ κάποιονΟ ξεναγός μας οδήγησε στο μουσείο.The guide led us to the museum.
οδηγώ σε + αποτέλεσμαΗ έλλειψη ύπνου οδηγεί σε σοβαρά λάθη.Lack of sleep leads to serious mistakes.
οδηγώ κάποιον να + ρήμαΤο άγχος τον οδήγησε να παραιτηθεί.Stress led him to resign.