πάω conjugation in Greek

"πάω" is a common greek verb meaning "to go". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
πάω

to go

Ενεστώτας

εγώεγώ πάω
εσύεσύ πας
αυτός/αυτήαυτός πάει
εμείςεμείς πάμε
εσείςεσείς πάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί πάνε

Παρατατικός

εγώεγώ πήγαινα
εσύεσύ πήγαινες
αυτός/αυτήαυτός πήγαινε
εμείςεμείς πηγαίναμε
εσείςεσείς πηγαίνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πήγαιναν

Αόριστος

εγώεγώ πήγα
εσύεσύ πήγες
αυτός/αυτήαυτός πήγε
εμείςεμείς πήγαμε
εσείςεσείς πήγατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πήγαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα πηγαίνω
εσύεσύ θα πηγαίνεις
αυτός/αυτήαυτός θα πηγαίνει
εμείςεμείς θα πηγαίνουμε
εσείςεσείς θα πηγαίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα πηγαίνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα πάω
εσύεσύ θα πας
αυτός/αυτήαυτός θα πάει
εμείςεμείς θα πάμε
εσείςεσείς θα πάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα πάνε

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να πηγαίνω
εσύεσύ να πηγαίνεις
αυτός/αυτήαυτός να πηγαίνει
εμείςεμείς να πηγαίνουμε
εσείςεσείς να πηγαίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να πηγαίνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να πάω
εσύεσύ να πας
αυτός/αυτήαυτός να πάει
εμείςεμείς να πάμε
εσείςεσείς να πάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να πάνε

Usages & examples

πάω σε + μέροςΠάω στο γραφείο σε λίγο.I'm going to the office in a bit.
πάω να + ρήμαΠάω να δω τι θέλει.I'm going to see what he wants.
πάω για + ουσιαστικόΠάω για καφέ μετά τη δουλειά.I'm going for coffee after work.
μου πάειΝομίζω ότι αυτό το χρώμα μου πάει.I think this colour suits me.