σταματάω conjugation in Greek
"σταματάω" is a common greek verb meaning "to stop". Below are its conjugations across major tenses.
σταματάω
to stop
Ενεστώτας
εγώεγώ σταματάω
εσύεσύ σταματάς
αυτός/αυτήαυτός σταματάει
εμείςεμείς σταματάμε
εσείςεσείς σταματάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί σταματάνε
Παρατατικός
εγώεγώ σταματούσα
εσύεσύ σταματούσες
αυτός/αυτήαυτός σταματούσε
εμείςεμείς σταματούσαμε
εσείςεσείς σταματούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί σταματούσαν
Αόριστος
εγώεγώ σταμάτησα
εσύεσύ σταμάτησες
αυτός/αυτήαυτός σταμάτησε
εμείςεμείς σταματήσαμε
εσείςεσείς σταματήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί σταμάτησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα σταματάω
εσύεσύ θα σταματάς
αυτός/αυτήαυτός θα σταματάει
εμείςεμείς θα σταματάμε
εσείςεσείς θα σταματάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα σταματάνε
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα σταματήσω
εσύεσύ θα σταματήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα σταματήσει
εμείςεμείς θα σταματήσουμε
εσείςεσείς θα σταματήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα σταματήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να σταματάω
εσύεσύ να σταματάς
αυτός/αυτήαυτός να σταματάει
εμείςεμείς να σταματάμε
εσείςεσείς να σταματάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να σταματάνε
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να σταματήσω
εσύεσύ να σταματήσεις
αυτός/αυτήαυτός να σταματήσει
εμείςεμείς να σταματήσουμε
εσείςεσείς να σταματήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να σταματήσουν
Usages & examples
σταματάω να + ρήμαΣταμάτησα να καπνίζω πέρσι.I stopped smoking last year.
σταματάω + αντικείμενοΜπορείς να σταματήσεις τη μουσική;Can you stop the music?
σταματάω σε + μέροςΤο λεωφορείο σταμάτησε στην Ομόνοια.The bus stopped at Omonia.
σταματάω για + λόγοΣταματήσαμε για καφέ στο δρόμο.We stopped for coffee on the way.