συγκρίνω conjugation in Greek
"συγκρίνω" is a common greek verb meaning "to compare". Below are its conjugations across major tenses.
συγκρίνω
to compare
Ενεστώτας
εγώεγώ συγκρίνω
εσύεσύ συγκρίνεις
αυτός/αυτήαυτός συγκρίνει
εμείςεμείς συγκρίνουμε
εσείςεσείς συγκρίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί συγκρίνουν
Παρατατικός
εγώεγώ σύγκρινα
εσύεσύ σύγκρινες
αυτός/αυτήαυτός σύγκρινε
εμείςεμείς συγκρίναμε
εσείςεσείς συγκρίνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί σύγκριναν
Αόριστος
εγώεγώ σύγκρινα
εσύεσύ σύγκρινες
αυτός/αυτήαυτός σύγκρινε
εμείςεμείς συγκρίναμε
εσείςεσείς συγκρίνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί σύγκριναν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα συγκρίνω
εσύεσύ θα συγκρίνεις
αυτός/αυτήαυτός θα συγκρίνει
εμείςεμείς θα συγκρίνουμε
εσείςεσείς θα συγκρίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα συγκρίνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα συγκρίνω
εσύεσύ θα συγκρίνεις
αυτός/αυτήαυτός θα συγκρίνει
εμείςεμείς θα συγκρίνουμε
εσείςεσείς θα συγκρίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα συγκρίνουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να συγκρίνω
εσύεσύ να συγκρίνεις
αυτός/αυτήαυτός να συγκρίνει
εμείςεμείς να συγκρίνουμε
εσείςεσείς να συγκρίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να συγκρίνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να συγκρίνω
εσύεσύ να συγκρίνεις
αυτός/αυτήαυτός να συγκρίνει
εμείςεμείς να συγκρίνουμε
εσείςεσείς να συγκρίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να συγκρίνουν
Usages & examples
κτ. + με + κτ.Συγκρίνω το παλιό μου κινητό με το καινούργιο.I compare my old phone with the new one.
συγκρίνω + πληθ. ουσιαστικόΠριν κλείσω δωμάτιο, συγκρίνω τιμές online.Before I book a room, I compare prices online.
συγκρίνω τον εαυτό μου/σου με...Μην συγκρίνεις τον εαυτό σου με τους άλλους.Don't compare yourself with others.
συγκρίνω ... για να + ρήμαΣυγκρίνω τα αποτελέσματα για να δω ποια μέθοδος δουλεύει καλύτερα.I compare the results to see which method works better.