σφίγγω conjugation in Greek
"σφίγγω" is a common greek verb meaning "tighten / squeeze". Below are its conjugations across major tenses.
σφίγγω
tighten / squeeze
Ενεστώτας
εγώεγώ σφίγγω
εσύεσύ σφίγγεις
αυτός/αυτήαυτός σφίγγει
εμείςεμείς σφίγγουμε
εσείςεσείς σφίγγετε
αυτοί/αυτέςαυτοί σφίγγουν
Παρατατικός
εγώεγώ έσφιγγα
εσύεσύ έσφιγγες
αυτός/αυτήαυτός έσφιγγε
εμείςεμείς σφίγγαμε
εσείςεσείς σφίγγατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έσφιγγαν
Αόριστος
εγώεγώ έσφιξα
εσύεσύ έσφιξες
αυτός/αυτήαυτός έσφιξε
εμείςεμείς σφίξαμε
εσείςεσείς σφίξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έσφιξαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα σφίγγω
εσύεσύ θα σφίγγεις
αυτός/αυτήαυτός θα σφίγγει
εμείςεμείς θα σφίγγουμε
εσείςεσείς θα σφίγγετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα σφίγγουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα σφίξω
εσύεσύ θα σφίξεις
αυτός/αυτήαυτός θα σφίξει
εμείςεμείς θα σφίξουμε
εσείςεσείς θα σφίξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα σφίξουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να σφίγγω
εσύεσύ να σφίγγεις
αυτός/αυτήαυτός να σφίγγει
εμείςεμείς να σφίγγουμε
εσείςεσείς να σφίγγετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να σφίγγουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να σφίξω
εσύεσύ να σφίξεις
αυτός/αυτήαυτός να σφίξει
εμείςεμείς να σφίξουμε
εσείςεσείς να σφίξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να σφίξουν
Usages & examples
σφίγγω + αντικείμενοΣφίξε καλά το καπάκι, μην χυθεί το νερό.Tighten the lid well so the water doesn’t spill.
σφίγγω τα δόντιαΣφίξε τα δόντια και τελείωνε τη δουλειά.Grit your teeth and finish the job.
σφίγγω κάποιον στην αγκαλιάΤη φίλησα και την έσφιξα δυνατά στην αγκαλιά μου.I kissed her and held her tight in my arms.
σφίγγω το χέριΤον πλησίασα και του έσφιξα το χέρι με χαμόγελο.I approached him and shook his hand with a smile.