τακτοποιώ conjugation in Greek

"τακτοποιώ" is a common greek verb meaning "tidy/arrange". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
τακτοποιώ

tidy/arrange

Ενεστώτας

εγώεγώ τακτοποιώ
εσύεσύ τακτοποιείς
αυτός/αυτήαυτός τακτοποιεί
εμείςεμείς τακτοποιούμε
εσείςεσείς τακτοποιείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί τακτοποιούν

Παρατατικός

εγώεγώ τακτοποιούσα
εσύεσύ τακτοποιούσες
αυτός/αυτήαυτός τακτοποιούσε
εμείςεμείς τακτοποιούσαμε
εσείςεσείς τακτοποιούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί τακτοποιούσαν

Αόριστος

εγώεγώ τακτοποίησα
εσύεσύ τακτοποίησες
αυτός/αυτήαυτός τακτοποίησε
εμείςεμείς τακτοποιήσαμε
εσείςεσείς τακτοποιήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί τακτοποίησαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα τακτοποιώ
εσύεσύ θα τακτοποιείς
αυτός/αυτήαυτός θα τακτοποιεί
εμείςεμείς θα τακτοποιούμε
εσείςεσείς θα τακτοποιείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα τακτοποιούν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα τακτοποιήσω
εσύεσύ θα τακτοποιήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα τακτοποιήσει
εμείςεμείς θα τακτοποιήσουμε
εσείςεσείς θα τακτοποιήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα τακτοποιήσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να τακτοποιώ
εσύεσύ να τακτοποιείς
αυτός/αυτήαυτός να τακτοποιεί
εμείςεμείς να τακτοποιούμε
εσείςεσείς να τακτοποιείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να τακτοποιούν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να τακτοποιήσω
εσύεσύ να τακτοποιήσεις
αυτός/αυτήαυτός να τακτοποιήσει
εμείςεμείς να τακτοποιήσουμε
εσείςεσείς να τακτοποιήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να τακτοποιήσουν

Usages & examples

τακτοποιώ κάτι (χώρο/αντικείμενα)Τακτοποίησα το γραφείο μου πριν έρθεις.I tidied up my desk before you came.
τακτοποιώ λογαριασμούς/εκκρεμότητεςΠρέπει να τακτοποιήσω τους λογαριασμούς πριν το τέλος του μήνα.I need to settle the bills before the end of the month.
τακτοποιώ κάποιονΟ Γιάννης τακτοποίησε τη φίλη του σε μια καλή δουλειά.Giannis fixed his friend up with a good job.
παθητικό: θα τακτοποιηθούν όλαΜην ανησυχείς, όλα θα τακτοποιηθούν.Don't worry, everything will be sorted out.