τοποθετώ conjugation in Greek
"τοποθετώ" is a common greek verb meaning "place/position". Below are its conjugations across major tenses.
τοποθετώ
place/position
Ενεστώτας
εγώεγώ τοποθετώ
εσύεσύ τοποθετείς
αυτός/αυτήαυτός τοποθετεί
εμείςεμείς τοποθετούμε
εσείςεσείς τοποθετείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί τοποθετούν
Παρατατικός
εγώεγώ τοποθετούσα
εσύεσύ τοποθετούσες
αυτός/αυτήαυτός τοποθετούσε
εμείςεμείς τοποθετούσαμε
εσείςεσείς τοποθετούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί τοποθετούσαν
Αόριστος
εγώεγώ τοποθέτησα
εσύεσύ τοποθέτησες
αυτός/αυτήαυτός τοποθέτησε
εμείςεμείς τοποθετήσαμε
εσείςεσείς τοποθετήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί τοποθέτησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα τοποθετώ
εσύεσύ θα τοποθετείς
αυτός/αυτήαυτός θα τοποθετεί
εμείςεμείς θα τοποθετούμε
εσείςεσείς θα τοποθετείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα τοποθετούν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα τοποθετήσω
εσύεσύ θα τοποθετήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα τοποθετήσει
εμείςεμείς θα τοποθετήσουμε
εσείςεσείς θα τοποθετήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα τοποθετήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να τοποθετώ
εσύεσύ να τοποθετείς
αυτός/αυτήαυτός να τοποθετεί
εμείςεμείς να τοποθετούμε
εσείςεσείς να τοποθετείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να τοποθετούν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να τοποθετήσω
εσύεσύ να τοποθετήσεις
αυτός/αυτήαυτός να τοποθετήσει
εμείςεμείς να τοποθετήσουμε
εσείςεσείς να τοποθετήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να τοποθετήσουν
Usages & examples
τοποθετώ κάτι κάπουΜπορείς να τοποθετήσεις τα κλειδιά στο τραπέζι, σε παρακαλώ;Can you put the keys on the table, please?
τοποθετώ εξοπλισμόΑύριο θα έρθει τεχνικός να τοποθετήσει το κλιματιστικό.A technician will come tomorrow to install the air conditioner.
τοποθετώ κάποιον σε θέσηΗ διοίκηση τον τοποθέτησε προϊστάμενο στο νέο τμήμα.Management appointed him supervisor in the new department.
τοποθετώ αντικείμενα σε σειράΤοποθέτησα τα βιβλία μου αλφαβητικά για να τα βρίσκω εύκολα.I arranged my books alphabetically so I can find them easily.