τυλίγω conjugation in Greek
"τυλίγω" is a common greek verb meaning "wrap". Below are its conjugations across major tenses.
τυλίγω
wrap
Ενεστώτας
εγώεγώ τυλίγω
εσύεσύ τυλίγεις
αυτός/αυτήαυτός τυλίγει
εμείςεμείς τυλίγουμε
εσείςεσείς τυλίγετε
αυτοί/αυτέςαυτοί τυλίγουν
Παρατατικός
εγώεγώ τύλιγα
εσύεσύ τύλιγες
αυτός/αυτήαυτός τύλιγε
εμείςεμείς τυλίγαμε
εσείςεσείς τυλίγατε
αυτοί/αυτέςαυτοί τύλιγαν
Αόριστος
εγώεγώ τύλιξα
εσύεσύ τύλιξες
αυτός/αυτήαυτός τύλιξε
εμείςεμείς τυλίξαμε
εσείςεσείς τυλίξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί τύλιξαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα τυλίγω
εσύεσύ θα τυλίγεις
αυτός/αυτήαυτός θα τυλίγει
εμείςεμείς θα τυλίγουμε
εσείςεσείς θα τυλίγετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα τυλίγουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα τυλίξω
εσύεσύ θα τυλίξεις
αυτός/αυτήαυτός θα τυλίξει
εμείςεμείς θα τυλίξουμε
εσείςεσείς θα τυλίξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα τυλίξουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να τυλίγω
εσύεσύ να τυλίγεις
αυτός/αυτήαυτός να τυλίγει
εμείςεμείς να τυλίγουμε
εσείςεσείς να τυλίγετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να τυλίγουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να τυλίξω
εσύεσύ να τυλίξεις
αυτός/αυτήαυτός να τυλίξει
εμείςεμείς να τυλίξουμε
εσείςεσείς να τυλίξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να τυλίξουν
Usages & examples
τυλίγω κάτι με …Τύλιξε το σάντουιτς με αλουμινόχαρτο.Wrap the sandwich in foil.
τυλίγω σε …Τύλιξε το μωρό σε μια ζεστή κουβέρτα.She wrapped the baby in a warm blanket.
τυλίγομαι με …Όταν κρυώνω, τυλίγομαι με το κασκόλ.When I'm cold, I wrap myself in my scarf.
τυλίγω τσιγάροΚάθισε στο μπαλκόνι και τύλιξε ένα τσιγάρο.He sat on the balcony and rolled a cigarette.