φτιάχνω conjugation in Greek

"φτιάχνω" is a common greek verb meaning "to make; to fix". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
φτιάχνω

to make; to fix

Ενεστώτας

εγώεγώ φτιάχνω
εσύεσύ φτιάχνεις
αυτός/αυτήαυτός φτιάχνει
εμείςεμείς φτιάχνουμε
εσείςεσείς φτιάχνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί φτιάχνουν

Παρατατικός

εγώεγώ έφτιαχνα
εσύεσύ έφτιαχνες
αυτός/αυτήαυτός έφτιαχνε
εμείςεμείς φτιάχναμε
εσείςεσείς φτιάχνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έφτιαχναν

Αόριστος

εγώεγώ έφτιαξα
εσύεσύ έφτιαξες
αυτός/αυτήαυτός έφτιαξε
εμείςεμείς φτιάξαμε
εσείςεσείς φτιάξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έφτιαξαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα φτιάχνω
εσύεσύ θα φτιάχνεις
αυτός/αυτήαυτός θα φτιάχνει
εμείςεμείς θα φτιάχνουμε
εσείςεσείς θα φτιάχνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα φτιάχνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα φτιάξω
εσύεσύ θα φτιάξεις
αυτός/αυτήαυτός θα φτιάξει
εμείςεμείς θα φτιάξουμε
εσείςεσείς θα φτιάξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα φτιάξουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να φτιάχνω
εσύεσύ να φτιάχνεις
αυτός/αυτήαυτός να φτιάχνει
εμείςεμείς να φτιάχνουμε
εσείςεσείς να φτιάχνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να φτιάχνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να φτιάξω
εσύεσύ να φτιάξεις
αυτός/αυτήαυτός να φτιάξει
εμείςεμείς να φτιάξουμε
εσείςεσείς να φτιάξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να φτιάξουν

Usages & examples

φτιάχνω κάτι (κατασκευάζω/μαγειρεύω)Έφτιαξα ένα γρήγορο σάντουιτς πριν τη δουλειά.I made a quick sandwich before work.
φτιάχνω κάτι (επισκευάζω)Ο πατέρας μου έφτιαξε τη βρύση που έσταζε.My dad fixed the dripping faucet.
μου/σου κτλ. φτιάχνει τη διάθεσηΈνας περίπατος στη θάλασσα πάντα μου φτιάχνει τη διάθεση.A walk by the sea always lifts my mood.
φτιάχνω το κρεβάτι/μαλλιά κτλ. (τακτοποιώ)Φτιάξε τα μαλλιά σου λίγο πριν τη φωτογραφία.Fix your hair a bit before the photo.