φυτεύω conjugation in Greek
"φυτεύω" is a common greek verb meaning "plant". Below are its conjugations across major tenses.
φυτεύω
plant
Ενεστώτας
εγώεγώ φυτεύω
εσύεσύ φυτεύεις
αυτός/αυτήαυτός φυτεύει
εμείςεμείς φυτεύουμε
εσείςεσείς φυτεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί φυτεύουν
Παρατατικός
εγώεγώ φύτευα
εσύεσύ φύτευες
αυτός/αυτήαυτός φύτευε
εμείςεμείς φυτεύαμε
εσείςεσείς φυτεύατε
αυτοί/αυτέςαυτοί φύτευαν
Αόριστος
εγώεγώ φύτεψα
εσύεσύ φύτεψες
αυτός/αυτήαυτός φύτεψε
εμείςεμείς φυτέψαμε
εσείςεσείς φυτέψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί φύτεψαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα φυτεύω
εσύεσύ θα φυτεύεις
αυτός/αυτήαυτός θα φυτεύει
εμείςεμείς θα φυτεύουμε
εσείςεσείς θα φυτεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα φυτεύουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα φυτέψω
εσύεσύ θα φυτέψεις
αυτός/αυτήαυτός θα φυτέψει
εμείςεμείς θα φυτέψουμε
εσείςεσείς θα φυτέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα φυτέψουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να φυτεύω
εσύεσύ να φυτεύεις
αυτός/αυτήαυτός να φυτεύει
εμείςεμείς να φυτεύουμε
εσείςεσείς να φυτεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να φυτεύουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να φυτέψω
εσύεσύ να φυτέψεις
αυτός/αυτήαυτός να φυτέψει
εμείςεμείς να φυτέψουμε
εσείςεσείς να φυτέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να φυτέψουν
Usages & examples
φυτεύω + αντικείμενοΚάθε άνοιξη φυτεύω ντομάτες στον κήπο.Every spring I plant tomatoes in the garden.
φυτεύω κάτι σε + μέρος/δοχείοΘα φυτέψουμε τα λουλούδια σε μεγάλες γλάστρες.We'll plant the flowers in big pots.
φυτεύω μια ιδέα στο μυαλόΤου φύτεψα την ιδέα να πάμε διακοπές μαζί.I planted the idea of us going on vacation together in his head.
μου/σου/του φύτεψαν + κάτιΜου φύτεψαν καινούρια καθήκοντα χωρίς προειδοποίηση.They stuck me with new duties without warning.