χαλάω conjugation in Greek
"χαλάω" is a common greek verb meaning "to break; to spoil". Below are its conjugations across major tenses.
χαλάω
to break; to spoil
Ενεστώτας
εγώεγώ χαλάω
εσύεσύ χαλάς
αυτός/αυτήαυτός χαλάει
εμείςεμείς χαλάμε
εσείςεσείς χαλάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί χαλάνε
Παρατατικός
εγώεγώ χαλούσα
εσύεσύ χαλούσες
αυτός/αυτήαυτός χαλούσε
εμείςεμείς χαλούσαμε
εσείςεσείς χαλούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί χαλούσανε
Αόριστος
εγώεγώ χάλασα
εσύεσύ χάλασες
αυτός/αυτήαυτός χάλασε
εμείςεμείς χαλάσαμε
εσείςεσείς χαλάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί χάλασανε
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα χαλάω
εσύεσύ θα χαλάς
αυτός/αυτήαυτός θα χαλάει
εμείςεμείς θα χαλάμε
εσείςεσείς θα χαλάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα χαλάνε
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα χαλάσω
εσύεσύ θα χαλάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα χαλάσει
εμείςεμείς θα χαλάσουμε
εσείςεσείς θα χαλάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα χαλάσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να χαλάω
εσύεσύ να χαλάς
αυτός/αυτήαυτός να χαλάει
εμείςεμείς να χαλάμε
εσείςεσείς να χαλάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να χαλάνε
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να χαλάσω
εσύεσύ να χαλάσεις
αυτός/αυτήαυτός να χαλάσει
εμείςεμείς να χαλάσουμε
εσείςεσείς να χαλάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να χαλάσουν
Usages & examples
χαλάω + αντικείμενοΜην το ακουμπάς έτσι, θα το χαλάσεις.Don't touch it like that; you'll break it.
χαλάει ο καιρός / το φαγητόΤο γάλα χάλασε, πέταξέ το.The milk went bad; throw it away.
χαλάω λεφτάΧάλασα έναν μισθό στις διακοπές.I blew a whole paycheck on the vacation.
χαλάει το ραντεβούΧάλασε το ραντεβού γιατί αρρώστησα.The appointment fell through because I got sick.