χτίζω conjugation in Greek
"χτίζω" is a common greek verb meaning "to build". Below are its conjugations across major tenses.
χτίζω
to build
Ενεστώτας
εγώεγώ χτίζω
εσύεσύ χτίζεις
αυτός/αυτήαυτός χτίζει
εμείςεμείς χτίζουμε
εσείςεσείς χτίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί χτίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ έχτιζα
εσύεσύ έχτιζες
αυτός/αυτήαυτός έχτιζε
εμείςεμείς χτίζαμε
εσείςεσείς χτίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έχτιζαν
Αόριστος
εγώεγώ έχτισα
εσύεσύ έχτισες
αυτός/αυτήαυτός έχτισε
εμείςεμείς χτίσαμε
εσείςεσείς χτίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έχτισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα χτίζω
εσύεσύ θα χτίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα χτίζει
εμείςεμείς θα χτίζουμε
εσείςεσείς θα χτίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα χτίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα χτίσω
εσύεσύ θα χτίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα χτίσει
εμείςεμείς θα χτίσουμε
εσείςεσείς θα χτίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα χτίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να χτίζω
εσύεσύ να χτίζεις
αυτός/αυτήαυτός να χτίζει
εμείςεμείς να χτίζουμε
εσείςεσείς να χτίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να χτίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να χτίσω
εσύεσύ να χτίσεις
αυτός/αυτήαυτός να χτίσει
εμείςεμείς να χτίσουμε
εσείςεσείς να χτίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να χτίσουν
Usages & examples
χτίζω + αντικείμενοΧτίζουμε ένα καινούριο σπίτι στο χωριό.We’re building a new house in the village.
χτίζω σχέση/εμπιστοσύνηΠρέπει να χτίσουμε εμπιστοσύνη μεταξύ μας.We need to build trust between us.
χτίζω πάνω σε κάτιΘέλουμε να χτίσουμε πάνω σε ό,τι πετύχαμε πέρσι.We want to build on what we achieved last year.
χτίζω κορμί/σώμαΠηγαίνει γυμναστήριο κάθε μέρα για να χτίσει κορμί.He goes to the gym every day to build his body.